Η χρήση cookies στις ιστοσελίδες μας είναι απαραίτητη για την σωστή λειτουργία τους. Για να ενημερωθείτε σχετικά με την χρήση των cookies, τα στοιχεία που συλλέγονται και τον τρόπο που χρησιμοποιούνται, κάντε κλικ εδώ.
Για να συνεχίσετε την περιήγησή σας, ενημερωθείτε και αποδεχτείτε την πολιτική cookies του www.solidus.gr.

Αποδέχομαι την χρήση cookies  Δεν αποδέχομαι
Η ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΙΔΙΩΤΗ ΕΠΕΝΔΥΤΗ

 


Επενδυτικοί κίνδυνοι

 

Περιεχόμενα:

Ι. Εισαγωγικές παρατηρήσεις

ΙΙ. Γενικοί επενδυτικοί κίνδυνοι

1. Συστημικός κίνδυνος (systemic risk)

2. Πολιτικός κίνδυνος (political risk)

3. Κίνδυνος πληθωρισμού (inflation risk)

4. Συναλλαγματικός κίνδυνος

5. Κίνδυνος επιτοκίου (interest rate risk)

6. Πιστωτικός κίνδυνος (credit risk)

7. Κίνδυνος αγοράς (market risk)

8. Κίνδυνος ρευστότητας (liquidity risk)

9. Λειτουργικός κίνδυνος (operational risk)

10. Κανονιστικός και νομικός κίνδυνος (Regulatory and legal risk)

11. Κίνδυνος συστημάτων διαπραγμάτευσης

12. Κίνδυνος διακανονισμού (settlement risk)

13. Κίνδυνος συγκέντρωσης (concentration risk)

14. Κίνδυνος θεματοφυλακής

15. Κίνδυνος αντισυμβαλλόμενου (counterparty risk)

16. Ανωτέρα βία

17. Κίνδυνος από την υπαγωγή πιστωτικών ιδρυμάτων σε αναγκαστική διαδικασία ανάκαμψης και εξυγίανσης (bail in – εφαρμογή του Ν.4335/2015)

ΙΙΙ. Κίνδυνοι ανά κατηγορία χρηματοπιστωτικών μέσων

1. Μετοχές

2. Ομόλογα / Ομολογίες:

3. Παράγωγα (derivatives)

5. Αμοιβαία κεφάλαια

IV. Κίνδυνοι συνδεόμενοι με τις κατ' ιδίαν επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες

Έννοια των επενδυτικών και παρεπομένων υπηρεσιών

V. Ενημέρωση του Πελάτη σε σχέση με τους επενδυτικούς κινδύνους επί συναλλαγών σε Αναδυόμενες Αγορές και Αγορές Χαμηλής Εμπορευσιμότητας

 

Ι. Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Η επένδυση σε χρηματοπιστωτικά μέσα εγκυμονεί κινδύνους. Παρά το γεγονός ότι η κλιμάκωση των κινδύνων αυτών διαφέρει, εξαρτώμενη από ποικίλες παραμέτρους που θα παρατεθούν με συντομία στη συνέχεια, η διενέργεια επένδυσης σε χρηματοπιστωτικά μέσα συνεπάγεται πάντοτε έκθεση σε κινδύνους που δεν μπορούν να καλυφθούν πλήρως. Οι κίνδυνοι αυτοί συνίστανται, γενικώς, στη μείωση της αξίας της επενδύσεως ή, ακόμη, και στην απώλεια του επενδυόμενου ποσού. Υπό περιστάσεις, μάλιστα, μπορεί να δημιουργηθεί υποχρέωση καταβολής από τον Πελάτη και επιπλέον ποσών από αυτά που αυτός επένδυσε, προς κάλυψη ζημίας που μπορεί να γεννηθεί.

Στη συνέχεια, υπό ΙΙ. παρατίθενται οι γενικοί επενδυτικοί κίνδυνοι. Υπό ΙΙΙ. παρατίθενται οι κίνδυνοι που συνδέονται με χρηματοπιστωτικά μέσα ως προς τα οποία είναι δυνατή η κατάρτιση συναλλαγών μέσω της Εταιρίας. Υπό IV., παρατίθενται οι επενδυτικοί κίνδυνοι που συνδέονται με τις κατ’ ιδίαν επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες. Και στο σημείο αυτό παρατίθενται οι κίνδυνοι που συνδέονται με τις επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες που παρέχει στους πελάτες της η Εταιρία. Τέλος, Yπο V παρατίθενται οι επενδυτικοί κίνδυνοι που συνδέονται με συναλλαγές σε Αναδυόμενες Αγορές και Αγορές Χαμηλής Εμπορευσιμότητας.

Εφιστάται ιδιαιτέρως η προσοχή του Πελάτη στην ανάγκη να μελετήσει προσεκτικά το παρόν και να λάβει ιδιαιτέρως υπόψη του το περιεχόμενό του όταν λαμβάνει τις επενδυτικές του αποφάσεις, να αποφεύγει δε κάθε επένδυση και συναλλαγή, ως προς τις οποίες θεωρεί ότι δεν διαθέτει τις απαραίτητες γνώσεις ή την απαραίτητη εμπειρία.

 

(αρχή σελίδας)

ΙΙ. Γενικοί επενδυτικοί κίνδυνοι

Οι κίνδυνοι αυτοί χαρακτηρίζονται ως γενικοί γιατί είναι σύμφυτοι του τρόπου λειτουργίας της κεφαλαιαγοράς και, εν γένει, του χρηματοοικονομικού συστήματος, αναφύονται δε υπό περιστάσεις που δεν μπορεί κανείς να προβλέψει ή να αποκλείσει. Συνδέονται με τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος εν γένει, των πιστωτικών ιδρυμάτων, των ΕΠΕΥ και των εκδοτών, που εκδίδουν χρηματοπιστωτικά μέσα, τα οποία αποτελούν αντικείμενο της επένδυσης, συνιστούν δε παραμέτρους που επηρεάζουν ένα ή περισσότερα από αυτά τα μεγέθη, η μεταβολή των οποίων επηρεάζει την αξία μιας επένδυσης. ∆ιεθνείς οργανισμοί, οι κεντρικές τράπεζες και πολλοί άλλοι φορείς καταβάλλουν σημαντικές και συστηματικές προσπάθειες για τη θωράκιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και των αγορών και την προστασία τους από την επέλευση τέτοιων κινδύνων. Πλην όμως, παρά τις προσπάθειες αυτές, δεν αποκλείεται η επέλευσή τους, η οποία μπορεί να έχει τόσο γενικό, όσο και ειδικό χαρακτήρα, συνδεόμενη δηλαδή με συγκεκριμένα χρηματοπιστωτικά μέσα ή με ορισμένους χρηματοπιστωτικούς φορείς. Η παράθεση των κινδύνων που ακολουθεί είναι ενδεικτική και γίνεται για να διευκολύνει την κατανόηση του τρόπου λειτουργίας της κεφαλαιαγοράς και των γενικότερων παραγόντων, που επηρεάζουν την αξία και τιμή μιας επένδυσης.

1. Συστημικός κίνδυνος (systemic risk)

Η αδυναμία ενός χρηματοπιστωτικού ιδρύματος να εκπληρώσει ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του δύναται να προκαλέσει την αδυναμία άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων (συμπεριλαμβανομένων των ΕΠΕΥ) ή επιχειρήσεων να εκπληρώσουν τις δικές τους υποχρεώσεις, όταν αυτές καταστούν ληξιπρόθεσμες. ∆ημιουργείται έτσι κίνδυνος αλυσιδωτών αντιδράσεων (domino effect) λόγω μετάδοσης της αφερεγγυότητας, ιδίως στο πλαίσιο λειτουργίας των συστημάτων πληρωμών και εκκαθάρισης συναλλαγών επί τίτλων, σε σειρά χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Η δραστηριοποίηση οποιασδήποτε ΕΠΕΥ στον χρηματοπιστωτικό τομέα την εκθέτει, επομένως, στον συστημικό κίνδυνο, ο οποίος, αν επέλθει, ενδέχεται να αντανακλάται και στους πελάτες της.

2. Πολιτικός κίνδυνος (political risk)

Οι διεθνείς εξελίξεις σε πολιτικό, διπλωματικό και στρατιωτικό επίπεδο επηρεάζουν την πορεία των χρηματαγορών και κεφαλαιαγορών. Πολιτικές εξελίξεις σε ορισμένη χώρα μπορούν (π.χ. πολιτική ανωμαλία, εκλογή κυβέρνησης και ειδικότερες κυβερνητικές επιλογές σε νευραλγικούς τομείς της κοινωνικής και οικονομικής ζωής), επομένως, να επηρεάσουν την τιμή των χρηματοπιστωτικών μέσων που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στη χώρα αυτή ή των επιχειρήσεων που εδρεύουν ή δραστηριοποιούνται εκεί.

3. Κίνδυνος πληθωρισμού (inflation risk)

Η πορεία του Γενικού ∆είκτη Τιμών Καταναλωτή επηρεάζει την πραγματική αξία του επενδυόμενου κεφαλαίου και των προσδοκώμενων αποδόσεων.

4. Συναλλαγματικός κίνδυνος

Μεταβολές στις συναλλαγματικές ισοτιμίες επηρεάζουν την αξία μιας επένδυσης που γίνεται σε νόμισμα διαφορετικό από το βασικό νόμισμα του επενδυτή, αλλά και τις υποχρεώσεις ή απαιτήσεις των επιχειρήσεων.

5. Κίνδυνος επιτοκίου (interest rate risk)

Η εξέλιξη των επιτοκίων ενδέχεται να επιδράσει στην τιμή διαπραγμάτευσης ορισμένων χρηματοπιστωτικών μέσων, όπως τα ομόλογα και τα παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν υποκείμενη αξία επηρεαζόμενη από τις μεταβολές αυτές (π.χ. σε Συμβόλαια Μελλοντικής Εκπλήρωσης σε Ομόλογα).

6. Πιστωτικός κίνδυνος (credit risk)

Συνίσταται στην πιθανότητα επέλευσης ζημίας συνεπεία αδυναμίας εκπλήρωσης συμβατικών υποχρεώσεων συμβαλλομένου. Η επίδραση του πιστωτικού κινδύνου είναι πολλαπλή: Μπορεί να αφορά εκδότη - και κατά συνέπεια τα χρηματοπιστωτικά του μέσα - πιστωτικό ίδρυμα ή ΕΠΕΥ - και, κατά συνέπεια, να πλήξει τη φερεγγυότητά του - κλπ.

7. Κίνδυνος αγοράς (market risk)

Συνίσταται στον κίνδυνο μείωσης της αξίας ενός χρηματοπιστωτικού μέσου λόγω μεταβολών στην αγορά. Κατ' επέκταση, αποτελεί τον κίνδυνο των οικονομικών δραστηριοτήτων που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με την εκάστοτε αγορά. Οι τέσσερις συνηθέστεροι παράγοντες κινδύνου της αγοράς είναι οι εξής:

- Κίνδυνος μετοχών, ήτοι ο κίνδυνος να μεταβληθούν οι τιμές των μετοχών συνεπεία διαφόρων παραγόντων, γεγονός που μπορεί να επηρεάζει την εκπλήρωση υποχρεώσεων των χρηματοπιστωτικών φορέων.

- Κίνδυνος επιτοκίου, (βλ. ανωτέρω υπό 5).

- Συναλλαγματικός κίνδυνος, δηλαδή ο κίνδυνος μεταβολής των συναλλαγματικών ισοτιμιών (βλ. ανωτέρω υπό 4.)

- Κίνδυνος εμπορευμάτων, που αφορά τον κίνδυνο μεταβολής των τιμών των εμπορευμάτων, όπως των μετάλλων ή του σίτου.

Η μεταβολή δεικτών μετοχών ή άλλων δεικτών αποτελεί επίσης παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την αξιολόγηση του κινδύνου αγοράς.

8. Κίνδυνος ρευστότητας (liquidity risk)

Ο κίνδυνος ρευστότητας είναι χρηματοοικονομικός κίνδυνος και προκαλείται από τυχόν έλλειψη ρευστότητας στην αγορά ως προς ένα ή και περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα. Η μη εκδήλωση ζήτησης και προσφοράς πλήττει την εμπορευσιμότητα των χρηματοπιστωτικών μέσων και τα καθιστά ευάλωτα σε φαινόμενα κερδοσκοπίας και χειραγώγησης, επηρεάζοντας αρνητικά την πιθανότητα επίτευξης «δίκαιας τιμής». Ο κίνδυνος ρευστότητας συναντάται κυρίως σε αναδυόμενες αγορές ή αγορές όπου διενεργούνται συναλλαγές μικρού όγκου («ρηχές αγορές»).

9. Λειτουργικός κίνδυνος (operational risk)

Γεννάται λόγω εφαρμογής ανεπαρκών ή αποτυχημένων εσωτερικών διαδικασιών, προσωπικού και πληροφορικών ή επικοινωνιακών συστημάτων, καθώς και λόγω εξωτερικών παραγόντων, όπως φυσικές καταστροφές ή τρομοκρατικές επιθέσεις, που θέτουν εκτός λειτουργίας τα συστήματα διακανονισμού των συναλλαγών ή μειώνουν την αξία των περιουσιακών στοιχείων που αποτελούν αντικείμενα της συναλλαγής (π.χ. κίνδυνος κατάρρευσης των τεχνικών συστημάτων μιας οργανωμένης αγοράς ή μιας ΕΠΕΥ, κίνδυνος ακατάλληλης διοίκησης μίας εταιρίας με τίτλους εισηγμένους σε χρηματιστήριο κλπ). Στον λειτουργικό κίνδυνο εντάσσεται και ο νομικός κίνδυνος.

10. Κανονιστικός και νομικός κίνδυνος (Regulatory and legal risk)

Ο εν λόγω κίνδυνος πηγάζει:

α) Από μεταβολές στο νομικό και κανονιστικό πλαίσιο που διέπει τις αγορές, τις συναλλαγές σε αυτές τις αγορές, τη φορολόγηση των επενδύσεων που διενεργούνται σε μία συγκεκριμένη αγορά. Οι μεταβολές αυτές δύνανται να επηρεάσουν πολλαπλώς τις επενδύσεις.

β) Από αδυναμία εκτέλεσης συμβάσεων λόγω νομικών προβλημάτων κλπ. Τούτο μπορεί να συμβεί επί εσφαλμένης νομικής εκτιμήσεως, αλλά και επί αβεβαιότητος δικαίου, που προκύπτει ιδίως λόγω ασαφών, αόριστων και γενικών νομοθετικών διατάξεων. Έτσι, μπορεί να κριθούν συμβάσεις ή άλλες συμφωνίες ανίσχυρες, αντίθετα προς την αρχική εκτίμηση των επιχειρήσεων, με δυσμενέστατες οικονομικές επιπτώσεις στους συμβαλλομένους.

11. Κίνδυνος συστημάτων διαπραγμάτευσης

Το Σύστημα ∆ιαπραγμάτευσης μέσω του οποίου γίνεται η διαπραγμάτευση στις οργανωμένες αγορές ή στους Πολυμερείς Μηχανισμούς ∆ιαπραγμάτευσης (ΠΜ∆) (άρθρο 2 ν. 3606/2007) υπόκειται στον κίνδυνο της προσωρινής βλάβης ή διακοπής λειτουργίας. Έτσι, όταν καθίσταται ανέφικτη η διαπραγμάτευση για ικανό χρονικό διάστημα, ενδέχεται να προκληθεί διαταραχή στην ομαλή λειτουργία της αγοράς και βλάβη στα συμφέροντα των επενδυτών, ιδίως στην περίπτωση που κάποιος επενδυτής προσδοκά να κλείσει ανοικτή του θέση.

12. Κίνδυνος διακανονισμού (settlement risk)

Συνιστά ειδική μορφή πιστωτικού κινδύνου και προκύπτει λόγω μη προσήκουσας εκπλήρωσης υποχρεώσεων των αντισυμβαλλομένων που συμμετέχουν σε συστήματα πληρωμών και διακανονισμού συναλλαγών επί χρηματοπιστωτικών μέσων, π.χ. όταν το ένα εκ των συναλλασσόμενων μερών δεν παραδίδει τους τίτλους που έχει πωλήσει και οφείλει να παραδώσει ή, επί αγοράς, όταν δεν καταβάλλει το οφειλόμενο τίμημα των τίτλων.

13. Κίνδυνος συγκέντρωσης (concentration risk)

Είναι ο κίνδυνος που αναλαμβάνει επενδυτής που επενδύει όλα τα χρηματικά του διαθέσιμα σε ένα μόνον χρηματοπιστωτικό μέσο. Βρίσκεται στον αντίποδα της διαφοροποίησης του κινδύνου, όταν ο επενδυτής τοποθετεί τα διαθέσιμά του σε περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα και δη διαφορετικών χαρακτηριστικών, που έχουν και στοιχεία παραπληρωματικότητας.

14. Κίνδυνος θεματοφυλακής

Είναι ο κίνδυνος απώλειας περιουσιακών στοιχείων σε θεματοφυλακή λόγω πράξεων ή παραλείψεων του θεματοφύλακα ή ακόμα λόγω απάτης σε περίπτωση που ο θεματοφύλακας, στον οποίο έχει ανατεθεί η φύλαξη των περιουσιακών στοιχείων, καταστεί αφερέγγυος.

15. Κίνδυνος αντισυμβαλλόμενου (counterparty risk)

Είναι ο κίνδυνος ο αντισυμβαλλόμενος να μην εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις και να μην καταβάλει εγκαίρως το ποσό που οφείλει. Για παράδειγμα: ένας επενδυτής θα πρέπει να εξετάσει την ποιότητα ενός εκδότη αξιόγραφων, δηλαδή την ικανότητα του εκδότη να πληρώσει ή να εξοφλήσει (ανάλογα με την περίπτωση) ή ακόμη στην περίπτωση συμβολαίου δικαιώματος προαίρεσης (option), ο κίνδυνος να ασκήσει ο αγοραστής του option το δικαίωμά του, αλλά ο πωλητής (διαθέτης) του option να μην εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από το συμβόλαιο.

16. Ανωτέρα βία

Είναι οποιοδήποτε τυχηρό γεγονός του οποίου η επέλευση, ως εκ της φύσεώς του, είναι για τις ανθρώπινες δυνάμεις απρόβλεπτη και αναπότρεπτη (π.χ. ο πόλεμος, το πραξικόπημα, οι απρόβλεπτες κυβερνητικές απαγορεύσεις κλπ).

17. Κίνδυνος από την υπαγωγή πιστωτικών ιδρυμάτων σε αναγκαστική διαδικασία ανάκαμψης και εξυγίανσης (bail in – εφαρμογή του Ν.4335/2015)

Ως υπαγωγή των πιστωτικών ιδρυμάτων σε αναγκαστική διαδικασία ανάκαμψης και εξυγίανσης (bail in  - διάσωση με Ίδια Μέσα) ορίζεται, η συμμετοχή των μετόχων, των ομολογιούχων αλλά και των καταθετών στη διάσωση ενός χρηματοπιστωτικού ιδρύματος. Το bail-in είναι το αντίθετο του bail-out, στο οποίο η διάσωση ενός χρηματοπιστωτικού ιδρύματος γίνεται από τρίτους, συνήθως τις κυβερνήσεις που χρησιμοποιούν τα χρήματα των φορολογουμένων.

Αφού πρώτα υπολογιστούν οι ανάγκες κάθε πιστωτικού ιδρύματος - Τράπεζας, γίνουν stress tests  και υπολογιστούν τα κεφάλαια που υπολείπονται προκειμένου η Τράπεζα να θεωρείται φερέγγυα, η διάσωση - ανακεφαλαιοποίηση (εφόσον χρειάζεται) πραγματοποιείται ως εξής:

•        Πρώτα θα κουρευτούν δηλαδή θα χάσουν μέρος ή το σύνολο των χρημάτων που έχουν επενδύσει στις μετοχές τους οι κάτοχοι μετοχών του Πιστωτικού Ιδρύματος που ανακεφαλαιοποιείται με την διαδικασία του bail-in.

•        Αν δεν επαρκούν τα κεφάλαια αυτά, τότε θα κουρευτούν δηλαδή θα χάσουν μέρος ή το σύνολο των χρημάτων που έχουν επενδύσει σε ομολογίες οι κάτοχοι ομολόγων που έχει εκδόσει το Πιστωτικό Ίδρυμα που ανακεφαλαιοποιείται με την διαδικασία του bail-in.

•        Αν και πάλι δεν συμπληρωθούν τα αναγκαία κεφάλαια από μετόχους και ομολογιούχους τότε το τρίτο στάδιο προβλέπει συμμετοχή των καταθετών στην ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού ιδρύματος. Εφόσον οι μέτοχοι και ομολογιούχοι «κουρευτούν» τότε θα εξετασθεί και η απομείωση των καταθέσεων. Σε αυτή την κατηγορία υπάγονται και οι καταθέσεις που τηρεί η Solidus για λογαριασμό πελατών της σε πιστωτικά Ιδρύματα.

•        Πατήστε εδώ για χρηματοπιστωτικά μέσα δεκτικά υπαγωγής στο καθεστώς εξυγίανσης του Ν.4335/2015 (οδηγία 2014/59/ΕΕ) και συναφείς κινδύνους.  

 

 

(αρχή σελίδας)

ΙΙΙ. Κίνδυνοι ανά κατηγορία χρηματοπιστωτικών μέσων

Η Εταιρία παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες που οδηγούν σε συναλλαγές επί των ακόλουθων χρηματοπιστωτικών μέσων, τα οποία ενέχουν τους εξής βασικούς κινδύνους:

1. Μετοχές

Α. Έννοια μετοχής-χαρακτηριστικά

Συνοπτικότατα, παρατίθενται τα βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα των μετοχών. Υπογραμμίζεται όμως ότι τα χαρακτηριστικά αυτά ποικίλουν αναλόγως του δικαίου που διέπει την εκδότρια εταιρία, χωρίς να αποκλείονται αποκλίσεις από τα εκτιθέμενα. Επί εταιριών που διέπονται από αλλοδαπό δίκαιο, επιβάλλεται, επομένως, ειδική διερεύνηση.

Μία μετοχή αποτελεί κλάσμα του μετοχικού κεφαλαίου μιας ανώνυμης εταιρίας. Η μετοχή, ως αξιόγραφο, ενσωματώνει τα δικαιώματα του μετόχου που πηγάζουν από τη συμμετοχή του στην ανώνυμη εταιρία. Τα δικαιώματα αυτά, συνήθως, αντιστοιχούν στον αριθμό των μετοχών που κατέχει ο μέτοχος. Ενδεικτικά δικαιώματα που προκύπτουν από την κατοχή μετοχών είναι το δικαίωμα μερίσματος από τα διανεμόμενα κέρδη της εταιρίας (εφόσον διανέμονται), καθώς και αντίστοιχο ποσοστό από την περιουσία της εταιρίας, σε περίπτωση λύσης αυτής. Οι μετοχές μπορούν να είναι κοινές, προνομιούχες, ονομαστικές ή ανώνυμες, μετά ψήφου ή χωρίς ψήφο, διαπραγματεύσιμες σε χρηματιστήριο ή μη διαπραγματεύσιμες.

Η κοινή μετοχή είναι ο συνηθέστερος τύπος μετοχής και περιλαμβάνει όλα τα βασικά δικαιώματα ενός μετόχου, όπως δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη, στην έκδοση νέων μετοχών, στο προϊόν της εκκαθάρισης, καθώς και δικαίωμα ψήφου στη Γενική Συνέλευση της Εταιρίας και συμμετοχής στη διαχείρισή της.

Η προνομιούχος μετοχή προσφέρει πλεονέκτημα (προνόμιο) έναντι των κοινών μετοχών, συνιστάμενο στην προνομιακή είσπραξη μερίσματος ή και στο προνομιακό δικαίωμα στο προϊόν της εκκαθάρισης σε περίπτωση λύσης της επιχείρησης, αλλά συνήθως στερείται του δικαιώματος ψήφου και συμμετοχής στη διοίκηση της εταιρίας.

Αναλόγως της πορείας και των αποτελεσμάτων της εταιρίας, οι μέτοχοι μπορεί να απολάβουν μέρισμα από τα τυχόν κέρδη της εταιρίας και να καρπούνται τα οφέλη από τυχόν αύξηση της εσωτερικής αξίας της μετοχής της εν λόγω εταιρίας. Τα ανωτέρω όμως είναι γεγονότα αβέβαια.

Β. Κίνδυνοι

Η επένδυση σε μετοχές ενδέχεται να περιλαμβάνει τους κινδύνους που παρατίθενται στη συνέχεια ενδεικτικώς:

(α)Κίνδυνος μεταβλητότητας: Η τιμή μίας μετοχής που αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε οργανωμένες αγορές και ΠΜ∆ υπόκειται σε απρόβλεπτες διακυμάνσεις, οι οποίες μάλιστα δεν είναι απαραίτητο να συνδέονται αιτιωδώς με την οικονομική πορεία της εκδότριας εταιρίας. ∆ημιουργείται έτσι κίνδυνος απώλειας μέρους ή και - υπό περιστάσεις - του συνόλου του κεφαλαίου που έχει επενδυθεί. Υπογραμμίζεται ότι ποτέ δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί η ανοδική ή καθοδική πορεία μίας μετοχής ούτε η διάρκεια μιας τέτοιας πορείας. Υπογραμμίζεται ιδιαιτέρως ότι η πορεία της χρηματιστηριακής αξίας μιας μετοχής είναι συνάρτηση πολλών παραγόντων και δεν εξαρτάται μόνον από τα οικονομικά στοιχεία της εταιρίας, όπως π.χ. αυτά απεικονίζονται βάσει των αρχών της θεμελιώδους ανάλυσης.

(β) Κίνδυνος της εκδότριας εταιρίας: Οι μετοχές, ως κλάσματα του κεφαλαίου της εκδότριας εταιρίας, επηρεάζονται από την πορεία και τις προοπτικές της εκδότριας εταιρίας, της οποίας τυχόν ζημίες ή κέρδη δεν είναι εύκολο να προβλεφθούν. Ο μέγιστος κίνδυνος υφίσταται σε περίπτωση πτώχευσης της εκδίδουσας τις μετοχές εταιρίας, οπότε και ο επενδυτής θα απολέσει το σύνολο της επένδυσής του.

(γ) Κίνδυνος μερισμάτων: Η καταβολή μερίσματος εξαρτάται από την ύπαρξη κερδών της εκδίδουσας τις μετοχές εταιρίας και την πολιτική διανομής μερισμάτων που εφαρμόζει αυτή βάσει και των σχετικών αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της. Επομένως, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η επένδυση σε μετοχές θα συνοδεύεται από την είσπραξη μερισμάτων.

(δ) Λοιποί κίνδυνοι: Η χρηματιστηριακή πορεία μιας μετοχής εξαρτάται και από πολλούς εξωγενείς παράγοντες, όπως μακροοικονομικές εξελίξεις, πολιτικοί παράγοντες, κατάσταση των χρηματιστηριακών αγορών κλπ. Επίσης, εξαρτάται και από παράγοντες όπως η εμπορευσιμότητα της μετοχής, η ρευστότητα της αγοράς, αλλά και εξελίξεις με αντικείμενο την ίδια τη μετοχή, όπως επιθετική εξαγορά, πιθανότητα διαγραφής της μετοχής από τη χρηματιστηριακή αγορά κλπ. Τονίζεται ότι, σε κάθε περίπτωση επένδυσης σε μετοχές πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι γενικοί επενδυτικοί κίνδυνοι που αναλύονται ανωτέρω υπό ΙΙ.

Γ. Γενική επισήμανση - σύσταση

Συστήνεται στον Πελάτη όπως αυτός, πριν από τη διενέργεια οιασδήποτε συναλλαγής επί μετοχής: α) μελετήσει την ετήσια οικονομική έκθεση ή, κατά περίπτωση, και τις εξαμηνιαίες οικονομικές εκθέσεις και τριμηνιαίες οικονομικές καταστάσεις που δημοσιεύει η εκδότρια εταιρία προς εκπλήρωση των υποχρεώσεών της για περιοδική πληροφόρηση του επενδυτικού κοινού και β) αναζητήσει τυχόν δημοσιεύσεις/ανακοινώσεις σημαντικών γεγονότων, στις οποίες έχει προβεί η εκδότρια εταιρία προς έκτακτη ενημέρωση του επενδυτικού κοινού, κυρίως μέσω του διαδικτυακού τόπου του χρηματιστηρίου στο οποίο οι μετοχές είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση ή και στον διαδικτυακό τόπο της ίδιας της εκδότριας εταιρίας.

2. Ομόλογα / Ομολογίες:

Α. Έννοια - χαρακτηριστικά

Το ομόλογο (ομολογία) είναι αξιόγραφο που ενσωματώνει υπόσχεση χρηματικής ή άλλης παροχής του εκδότη προς τον εξ αυτού δικαιούχο, κυρίως τον κομιστή του. Η υποχρέωση αυτή συνίσταται συνήθως στην πληρωμή του κεφαλαίου κατά τη λήξη και του τόκου στις περιόδους που ορίζονται στους όρους της έκδοσης.

Τα βασικά χαρακτηριστικά κάθε ομολόγου είναι

α) η ονομαστική του αξία, η οποία δεν ταυτίζεται απαραιτήτως με την τιμή διαπραγμάτευσης, αλλά είναι το ποσό που υποχρεούται να καταβάλλει ο εκδότης κατά τη λήξη του ομολόγου,

β) το επιτόκιο/κουπόνι και

γ) η περίοδος λήξεως αυτού.

Ομόλογα μπορούν να εκδίδονται είτε από κρατικούς φορείς (ομόλογα δημοσίου) είτε από εταιρίες (εταιρικά ομόλογα). Κατ' αυτή την έννοια τα ομόλογα αποτελούν μορφή κρατικού ή εταιρικού δανεισμού.

Β. Είδη

Τα ομόλογα εκδίδονται υπό ποικίλες μορφές:

α) Ως ομόλογα άνευ εξασφαλίσεως: Οι ομολογιούχοι έχουν απαίτηση κατά του εκδότη όπως και οι λοιποί πιστωτές του, επί του συνόλου του ενεργητικού του.

β) Ως ομόλογα που συνδέονται με ασφάλεια που παρέχεται υπέρ των ομολογιούχων: Η απαίτηση των ομολογιούχων ασφαλίζεται στην περίπτωση αυτή i) με εμπράγματη ασφάλεια υπέρ αυτών, που παρέχεται επί συγκεκριμένων στοιχείων του ενεργητικού του εκδότη, ii) με εγγυήσεις τρίτων, iii) με εκχώρηση απαιτήσεων κλπ. Περαιτέρω, οι ομολογιούχοι μπορεί να απολαμβάνουν επιπρόσθετης προστασίας συνεπεία ειδικών συμφωνιών με τον εκδότη ή λόγω προνομιακής τους τοποθέτησης έναντι λοιπών ομολογιούχων ή πιστωτών.

γ) Ομόλογα/ομολογίες μειωμένης εξασφάλισης: Σε περίπτωση πτώχευσης του εκδότη ο ομολογιούχος ικανοποιείται ύστερα από όλους τους άλλους πιστωτές του εκδότη - αν υπάρχει, εννοείται, ακόμη περιουσία -, όπως ειδικότερα ορίζεται στο ομολογιακό δάνειο.

δ) Μετατρέψιμες ή ανταλλάξιμες ομολογίες, που εμπεριέχουν δικαιώματα μετατροπής σε μετοχές ή άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα ή ανταλλαγής με άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα.

Γ. Επιτόκιο

Οι εκδότες αναλαμβάνουν την υποχρέωση να καταβάλλουν επιτόκιο που μπορεί να είναι α) σταθερό, β) κυμαινόμενο επιτόκιο, προσδιοριζόμενο βάσει ενός γενικώς διαδεδομένου δείκτη επιτοκίου (π.χ. EURIBOR, FIBOR, LIBOR κλπ) γ) ή σταθερό καταβαλλόμενο στην αρχή της περιόδου, στη βάση προεξόφλησης, ενσωματούμενο στην τιμή εξόφλησης.

Ειδική προσοχή επιβάλλεται για τα λεγόμενα σύνθετα ομόλογα, εκείνα δηλαδή, των οποίων το επιτόκιο προσδιορίζεται βάσει δεικτών συνισταμένων από παράγωγα συμβόλαια. Οι δείκτες αυτοί, που προσδιορίζουν το επιτόκιο βάσει παραγώγων χρηματοπιστωτικών μέσων, ενσωματώνονται κατ' αυτόν τον τρόπο στην όλη δομή του ομολόγου. Τα ομόλογα αυτά εντάσσονται στην κατηγορία των πολύπλοκων χρηματοπιστωτικών μέσων και η επένδυση σ' αυτά απαιτεί εξαιρετικά μεγάλη προσοχή και εξειδίκευση. Υπογραμμίζεται μάλιστα, ότι η αγοραία αξία των ομολόγων αυτών επηρεάζεται ουσιωδώς από τους ενσωματωμένους σ' αυτά δείκτες παράγωγων χρηματοπιστωτικών μέσων, που διαμορφώνουν το επιτόκιο. ∆εν ενδείκνυνται, επομένως, σε μη εξειδικευμένους επενδυτές.

Το επιτόκιο καταβάλλεται συνήθως σε προκαθορισμένα χρονικά σημεία (μηνιαίως, εξαμηνιαίως, τριμηνιαίως, ετησίως ή και κατά τη λήξη του ομολογιακού δανείου). Εκδίδονται επίσης και ομόλογα χωρίς τοκομερίδιο (κουπόνι) (zero coupon). Στα ομόλογα αυτά ο τόκος ενσωματώνεται στην αξία του ομολόγου. Οι επενδυτές δεν εισπράττουν, δηλαδή, τόκο κατά τη διάρκεια του ομολόγου αλλά αποκτούν το ομόλογο με έκπτωση ως προς την ονομαστική του αξία, η οποία έκπτωση αναλογεί στον τόκο.

∆. Κίνδυνοι

Η επένδυση σε ομόλογα εγκυμονεί κινδύνους όπως:

(α) Κίνδυνος πτώχευσης (Insolvency risk): Ο εκδότης των ομολόγων (ομολογιών) μπορεί να καταστεί προσωρινά ή μόνιμα πτωχός, με αποτέλεσμα να μην δύναται να καταβάλλει στους δανειστές του τον τόκο ή, ακόμα, και το κεφάλαιο που αντιστοιχεί στα ομόλογα. Ειδικώς στα ομόλογα μειωμένης εξασφάλισης θα πρέπει ο επενδυτής να ερευνά την κατάταξη του ομολόγου, στο οποίο εξετάζει το ενδεχόμενο επένδυσης, σε σχέση με άλλα ομόλογα του εκδότη, καθώς, όπως εκτέθηκε, σε περίπτωση πτώχευσης του εκδότη ο επενδυτής διατρέχει τον κίνδυνο να απολέσει όλη του την επένδυση.

(β) Κίνδυνος επιτοκίου (Interest rate risk): βλ. και ανωτέρω υπό ΙΙ.5. Όσο μεγαλύτερη είναι η διάρκεια ενός ομολογιακού δανείου, τόσο ευπαθέστερο είναι και το ομολογιακό δάνειο έναντι τυχόν ανόδου των επιτοκίων στην αγορά, ιδίως σε περίπτωση που έχει χαμηλό επιτόκιο (ιδίως σταθερού επιτοκίου ή ομολόγου με προεξοφλημένο επιτόκιο / ενσωματωμένο τόκο / zero coupon). Υπογραμμίζεται ότι μεταβολές στο επιτόκιο μπορεί να επιδράσουν σημαντικά στην αγοραία τιμή του ομολόγου. Π.χ. σε περίπτωση ανόδου των επιτοκίων, πέφτουν στις αγορές οι τιμές ομολόγων προηγουμένων εκδόσεων με χαμηλότερο επιτόκιο και ιδίως των ομολόγων σταθερού επιτοκίου ή ομολόγου με προεξοφλημένο επιτόκιο / ενσωματωμένο τόκο.

(γ) Πιστωτικός Κίνδυνος (Credit risk): βλ. ανωτέρω και υπό ΙΙ.6. Η αξία του ομολόγου φθίνει σε περίπτωση που μειωθεί η πιστοληπτική αξιολόγηση του εκδότη.

(δ) Κίνδυνος Πρώιμης Εξόφλησης: Είναι πιθανόν, εκδότες ομολόγων να προβλέπουν στο πρόγραμμα του ομολογιακού δανείου τη δυνατότητα πρώιμης εξόφλησης σε περίπτωση πτώσης των επιτοκίων, οπότε υφίσταται μεταβολή του προσδοκώμενου κέρδους από τα ομόλογα και πρέπει να υπολογίζεται η απόδοση μέχρι την πιθανή πρώιμη εξόφληση (yield to call).

(ε) Κίνδυνος ρευστότητας αγοράς: Ο κίνδυνος αυτός είναι σημαντικός σε περίπτωση που ο επενδυτής επιθυμεί να ρευστοποιήσει το ομόλογο πριν από τη λήξη του. Στην περίπτωση αυτή, ελλείψει εμπορευσιμότητας, μπορεί να επιτύχει τιμή χαμηλότερη (υπό περιστάσεις κατά πολύ) της ονομαστικής αξίας του ομολόγου.

Τονίζεται ότι, σε κάθε περίπτωση επένδυσης σε ομόλογα/ομολογίες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι γενικοί επενδυτικοί κίνδυνοι που αναλύονται ανωτέρω υπό ΙΙ.

Ε. Γενική επισήμανση - σύσταση

Συνιστάται στον Πελάτη όπως αυτός, πριν από τη διενέργεια οιασδήποτε συναλλαγής επί ομολόγου: α) μελετήσει την ετήσια οικονομική έκθεση ή, κατά περίπτωση, και τις εξαμηνιαίες οικονομικές εκθέσεις και τριμηνιαίες οικονομικές καταστάσεις που δημοσιεύει ο εκδότης προς εκπλήρωση των υποχρεώσεών του για περιοδική πληροφόρηση του επενδυτικού κοινού, καθώς και το τυχόν υπάρχον ενημερωτικό δελτίο που έχει εκδοθεί ως προς το ομόλογο στο οποίο ο Πελάτης πρόκειται να διενεργήσει την επένδυση ή ακόμη τον βαθμό κινδύνου που αντιπροσωπεύει το συγκεκριμένο κράτος-εκδότη και β) αναζητήσει τυχόν δημοσιεύσεις / ανακοινώσεις σημαντικών γεγονότων, στις οποίες έχει προβεί ο εκδότης προς έκτακτη ενημέρωση του επενδυτικού κοινού, κυρίως μέσω του διαδικτυακού τόπου του χρηματιστηρίου στο οποίο οι μετοχές είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση ή και στον διαδικτυακό τόπο του ίδιου του εκδότη.

3. Παράγωγα (derivatives)

Α. Εισαγωγή

Τα παράγωγα αποτελούν σύνθετα και πολύπλοκα χρηματοπιστωτικά μέσα, το περιεχόμενο των οποίων ποικίλλει αναλόγως των «υποκειμένων μέσων» (underlying instruments), εκείνων δηλαδή των χρηματοπιστωτικών μέσων ή προϊόντων, συνάρτηση και σύνθεση των οποίων αποτελούν τα παράγωγα. Σε ένα παράγωγο μπορούν να περιέχονται ευρύ φάσμα υποκείμενων μέσων, σε ποικίλες παραλλαγές και συνδυασμούς. Τούτο έχει ως συνέπεια την ύπαρξη και δυνατότητα δημιουργίας απροσδιορίστου αριθμού τύπων παραγώγων. Τα παράγωγα διαμορφώνονται, συνήθως, υπό μορφή συμβολαίων μεταξύ των μερών, με τα οποία συμφωνείται η εκπλήρωση των αμοιβαίως αναλαμβανομένων υποχρεώσεων σε ένα ή περισσότερα μελλοντικά χρονικά σημεία. Η αξία τους διαμορφώνεται βάσει της αξίας των υποκειμένων μέσων, που μπορεί να είναι μετοχές, αξιόγραφα, συναλλαγματικές ισοτιμίες, επιτόκια, εμπορεύματα και χρηματοοικονομικοί δείκτες και οποιοσδήποτε συνδυασμός αυτών. Οι βασικότεροι τύποι παραγώγων είναι τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης ή προθεσμιακά συμβόλαια (futures), τα συμβόλαια δικαιώματος προαίρεσης (options) και τα συμβόλαια ανταλλαγής (swaps). Ακολουθεί σύντομη περιγραφή των ως άνω βασικών τύπων παραγώγων.

B. Βασικοί τύποι παραγώγων

(α) Προθεσμιακά συμβόλαια (forwards) / Συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (futures):

Τα προθεσμιακά συμβόλαια (forwards) αποτελούν τυποποιημένα συμβόλαια για την αγορά ή πώληση ορισμένης ποσότητας και ποιότητας ενός υποκείμενου μέσου (underlying instrument) σε μια μελλοντική ημερομηνία και σε συμφωνημένη τιμή, που καθορίζονται κατά τη σύναψη του συμβολαίου. Βάσει αυτών ο ένας συμβαλλόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να πωλήσει στον άλλο συγκεκριμένη ποσότητα ενός χρηματοπιστωτικού μέσου (π.χ. μιας μετοχής) ή και ενός νομίσματος ή εμπορεύματος σε μια συγκεκριμένη μελλοντική ημερομηνία σε προκαθορισμένη τιμή. Αντίστοιχη υποχρέωση αναλαμβάνει ο αγοραστής. Επομένως, η ημερομηνία κατάρτισης της συναλλαγής από την ημερομηνία εκπλήρωσης της υποχρέωσης (π.χ. παράδοσης των χρηματοπιστωτικών μέσων και καταβολής της αξίας τους) διαφέρουν. Συχνά τα συμβόλαια προβλέπουν ότι στην ημερομηνία λήξης δεν γίνεται παράδοση χρηματοπιστωτικών μέσων και καταβολή του συνολικού τους τιμήματος, παρά μόνον καταβολή της διαφοράς της τιμής σε σχέση με τον χρόνο κατάρτισης του συμβολαίου. Οι τιμές των προθεσμιακών συμβολαίων επηρεάζονται από την εσωτερική τους αξία δηλαδή από την διαφορά της τιμής της κατάρτισης του συμβολαίου (spot rate) και αυτής της ημερομηνίας λήξεως. Στην τιμή αυτή προστίθεται ή αφαιρείται ένα ποσό (premium ή discount) ανάλογα με την πρόβλεψη της εξέλιξης της μελλοντικής τιμής στην αγορά.

Υποκείμενα περιουσιακά στοιχεία μπορεί να είναι, μεταξύ άλλων, οι μετοχές, οι τιμές συναλλάγματος, τα επιτόκια, τα ομόλογα και οι δείκτες χρηματιστηρίων. Και τα δύο συμβαλλόμενα μέρη υποχρεούνται να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους από το συμβόλαιο κατά την ημερομηνία διακανονισμού.

Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (futures) αποτελούν συμβόλαια για την αγορά ή πώληση ορισμένης ποσότητας και ποιότητας ενός υποκείμενου μέσου (underlying instrument) σε ορισμένη ημερομηνία στο μέλλον. Η κύρια διαφορά τους από τα προθεσμιακά συμβόλαια (forwards) εντοπίζεται στο γεγονός ότι δεν έχουν προκαθορισμένη τιμή στην ημερομηνία λήξης τους καθώς και ότι είναι τυποποιημένα προϊόντα, όσον αφορά στοιχεία όπως η τιμή, το μέγεθος ή η ποσότητα και η διάρκεια και τίθενται προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένες αγορές.

(β) Συμβόλαια δικαιώματος προαίρεσης (options)

Με τα εν λόγω παράγωγα παρέχεται στο ένα συμβαλλόμενο μέρος το δικαίωμα να αγοράσει ή να πωλήσει ένα συγκεκριμένο υποκείμενο μέσο σε προκαθορισμένη τιμή σε προσδιορισμένη μελλοντική ημερομηνία. Στο δικαίωμα αυτό του ενός συμβαλλομένου μέρους αντιστοιχεί υποχρέωση του άλλου (του αντισυμβαλλομένου του) να καταρτίσει τη συμφωνηθείσα συναλλαγή αν το πρώτο ασκήσει το δικαίωμά του. Τα υποκείμενα μέσα μπορεί να είναι νομίσματα, επιτόκια, χρηματιστηριακοί δείκτες, μετοχές, χρεόγραφα και τίτλοι της χρηματαγοράς.

Σε αντίθεση με τα futures ο αγοραστής του option έχει την επιλογή, αλλά όχι την υποχρέωση να προβεί μελλοντικώς στη συγκεκριμένη συναλλαγή. Αγοράζει έναντι συγκεκριμένου τιμήματος το δικαίωμα να προβεί μελλοντικώς σε συγκεκριμένη συναλλαγή. Αντιθέτως, ο αντισυμβαλλόμενός του, ο πωλητής (διαθέτης) του option έχει την υποχρέωση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από το συμβόλαιο, αν το έτερο μέρος (ο αγοραστής του option) ασκήσει το δικαίωμά του.

Η αξία ενός δικαιώματος προαίρεσης μπορεί να καθοριστεί βάσει περισσοτέρων τεχνικών που αναπτύσσονται από εξειδικευμένους σχεδιαστές προϊόντων και αναλυτές. Μέσω των εν λόγω μεθόδων μπορεί, επίσης, να καθοριστεί ο τρόπος κατά τον οποίο δύναται να επηρεαστεί η αξία του δικαιώματος προαίρεσης από τυχόν μεταβολή των ειδικότερων συνθηκών που συσχετίζονται με το δικαίωμα αυτό. Συνεπώς, είναι δυνατόν να κατανοηθούν και να αντιμετωπιστούν οι κίνδυνοι που συνδέονται με την επένδυση σε δικαιώματα προαίρεσης και την κατοχή τέτοιων δικαιωμάτων προαίρεσης με έναν βαθμό ακρίβειας.

Γ. Κίνδυνοι

Τα παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα παρουσιάζουν ιδιαίτερα τεχνικά χαρακτηριστικά, οι δε συναλλαγές έπ' αυτών ενέχουν αυξημένο κίνδυνο μειώσεως ή απώλειας του αρχικώς επενδυόμενου κεφαλαίου ή και πολλαπλασίου αυτού. Ως εκ τούτου οι συναλλαγές επί παραγώγων χρηματοπιστωτικών μέσων είναι κατάλληλες μόνον για ορισμένες κατηγορίες επενδυτών, οι οποίοι διαθέτουν ανάλογη εμπειρία και αντιλαμβάνονται την λειτουργία των μέσων αυτών καθώς και το περιεχόμενο των αναλαμβανόμενων κάθε φορά κινδύνων. Στη συνέχεια περιγράφονται οι κυριότεροι κίνδυνοι που συνδέονται με τις συναλλαγές σε παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα.

α) Κίνδυνοι συνδεόμενοι με το επενδυτικό προϊόν (Product risk)

i) Συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (futures) - Προθεσμιακά συμβόλαια (forwards) - Μόχλευση

Οι συναλλαγές σε Συμβόλαια Μελλοντικής Εκπλήρωσης ενέχουν υψηλό βαθμό κινδύνου, απόρροια του φαινομένου της μόχλευσης (leverage, gearing): Το χαρακτηριστικό τους δηλαδή είναι ότι με αυτά επιχειρείται όπως, με την επένδυση ενός συγκεκριμένου ποσού, επιτευχθούν αποτελέσματα τα οποία, στην αγορά αξιών, θα επιτυγχάνονταν με πολλαπλάσια ποσά. ∆εδομένου δηλαδή του ότι το ποσό της ασφάλειας (περιθώριο ασφάλισης) που απαιτείται να καταβληθεί από τον Πελάτη για να συμμετάσχει αυτός σε συμβόλαιο μελλοντικής εκπλήρωσης (future) ανοίγοντας μία «θέση» είναι μικρό σε σχέση με την συνολική αξία του συμβολαίου, μία μικρή σε μέγεθος μεταβολή της αξίας του συμβολαίου θα έχει μία αναλογικά πολύ μεγαλύτερη επίδραση στο κεφάλαιο που έχει επενδυθεί (υπό μορφή ασφαλείας) ή και θα απαιτηθεί να επενδυθεί και άλλο κεφάλαιο για την διατήρηση της θέσεως. Ειδικότερα, σε περίπτωση δυσμενούς μεταβολής της αξίας του συμβολαίου, ο Πελάτης υποχρεούται να καταβάλλει πρόσθετο ποσό, που απαιτείται για τον ημερήσιο διακανονισμό, και να συμπληρώσει την απαιτούμενη ασφάλεια (περιθώριο ασφάλισης), για να μην κλείσει η θέση του Πελάτη και χάσει αυτός όλο το επενδυθέν ποσό. Περαιτέρω, είναι δυνατό να ορισθεί από τον Κεντρικό Αντισυμβαλλόμενο (π.χ. το τμήμα Εκκαθάρισης και ∆ιακανονισμού των συναλλαγών στην Αγορά Παραγώγων του Χ.Α. 'ΕΤΕΣΕΠ') ή τον εκάστοτε εκκαθαριστή/διακανονιστή της αγοράς παραγώγων μεγαλύτερη ασφάλεια (υψηλότερο περιθώριο ασφάλισης) ως προϋπόθεση για να διατηρούνται ανοικτές θέσεις. Στην περίπτωση αυτή, ο Πελάτης υποχρεούται να καταβάλλει το επιπλέον ποσό για να μην κλείσει η θέση του και χάσει όλο το επενδυθέν ποσό. Εάν ο Πελάτης δεν εκπληρώσει εμπροθέσμως τις υποχρεώσεις αυτές, κλείνει η θέση του και ευθύνεται για την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων του από την εκκαθάριση των συναλλαγών που έχει διενεργήσει επί παραγώγων. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να χάσει όχι μόνον το επενδυθέν ποσό - και να χάσει κατ' αυτόν τον τρόπο και την προσδοκία του κέρδους, αν στο μέλλον αντιστραφούν τα πράγματα στην αγορά και στο τέλος του συμβολαίου μελλοντικής εκπλήρωσης η θέση που έχει πάρει είναι κερδοφόρα γι' αυτόν - αλλά και ότι μπορεί να υποχρεωθεί να πληρώσει και επιπλέον ποσά για να καλύψει τη ζημία του. Εντολές του Πελάτη που αποσκοπούν στον περιορισμό πιθανών ζημιών, όπως η «εντολή ορίου» («stop-limit» order) ή η «εντολή ορίου ζημιών» («stop-loss» order), είναι δυνατόν να αποδειχθούν αναποτελεσματικές εξαιτίας συνθηκών της αγοράς οι οποίες δεν θα επιτρέπουν την εκτέλεση τους. Στρατηγικές συνδυασμένων θέσεων (π.χ «straddle», ή «strangle») ενδέχεται να εμπεριέχουν τον ίδιο κίνδυνο με τις απλές θέσεις «αγοράς» ή «πώλησης».

ii) ∆ικαιώματα προαιρέσεως: ∆ιαφοροποίηση κινδύνων

Οι συναλλαγές σε ∆ικαιώματα Προαιρέσεως ενέχουν υψηλό βαθμό κινδύνου, ο οποίος είναι σε κάθε περίπτωση συνάρτηση του είδους των δικαιωμάτων. Ιδιαίτερη σημασία έχει η διάκριση μεταξύ «δικαιωμάτων κλήσης» («call») και «δικαιωμάτων επίδοσης» («put»), καθώς και η διάκριση μεταξύ δικαιωμάτων «αμερικανικού τύπου», των οποίων η άσκηση επιτρέπεται οποτεδήποτε εντός της καθορισμένης προθεσμίας και δικαιωμάτων «ευρωπαϊκού τύπου», των οποίων η άσκηση επιτρέπεται μόνον κατά την ημερομηνία λήξης της ορισμένης προθεσμίας. Για την εκτίμηση της κερδοφορίας ορισμένης θέσης θα πρέπει να συνυπολογίζονται όχι μόνον τα πάσης φύσεως τέλη και προμήθειες που βαρύνουν τις σχετικές συναλλαγές, αλλά και το τίμημα των δικαιωμάτων που έχει καταβληθεί στον πωλητή.

Ο αγοραστής του ∆ικαιώματος έχει τη δυνατότητα να ασκήσει το ∆ικαίωμα ή να το αφήσει να εκπνεύσει. Σε περίπτωση που τα ∆ικαιώματα Προαιρέσεως ασκηθούν, εκκαθαρίζονται είτε χρηματικά είτε με την φυσική παράδοση (επί δικαιωμάτων επίδοσης)/παραλαβή (επί δικαιωμάτων κλήσης) της υποκείμενης αξίας των δικαιωμάτων. Εάν η υποκείμενη αξία είναι Συμβόλαιο Μελλοντικής Εκπλήρωσης, ο αγοραστής θα αποκτήσει, αν ασκήσει το δικαίωμα, θέση σε Συμβόλαιο Μελλοντικής Εκπλήρωσης με όλες τις συνακόλουθες υποχρεώσεις για την καταβολή ή συμπλήρωση του περιθωρίου ασφάλισης και τον ημερήσιο ή τελικό διακανονισμό της θέσης αυτής, οπότε ισχύουν τα ανωτέρω υπό α. i. εκτεθέντα. Σε περίπτωση εκπνοής του δικαιώματος προαίρεσης χωρίς αυτό να ασκηθεί, ο Πελάτης υφίσταται την ολική απώλεια του επενδεδυμένου κεφαλαίου, το οποίο αποτελείται από το τίμημα του δικαιώματος, τα πάσης φύσεως τέλη και τις προμήθειες.

Ο πωλητής δικαιώματος προαιρέσεως είναι εκτεθειμένος σε πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο από τον αγοραστή. Ενώ το Τίμημα που καταβάλλεται στον πωλητή του ∆ικαιώματος είναι ορισμένο, το μέγεθος της ζημίας που μπορεί να υποστεί ο πωλητής είναι πολύ μεγαλύτερο αυτού του ποσού. Ειδικότερα, σε περίπτωση δυσμενούς μεταβολής της αξίας του ∆ικαιώματος, ο πωλητής υποχρεούται να συμπληρώσει το απαιτούμενο περιθώριο ασφάλισης. Περαιτέρω, σε περίπτωση που ορισθεί από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο (π.χ. την ΕΤΕΣΕΠ) ή τον εκάστοτε εκκαθαριστή και διακανονιστή της αγοράς παραγώγων υψηλότερο περιθώριο ασφάλισης, ο πωλητής υποχρεούται να καταβάλλει το επιπλέον ποσό. Εάν ο πωλητής δεν εκπληρώσει εμπροθέσμως τις υποχρεώσεις αυτές, η ΑΕΠΕΥ ή ο Κεντρικός Αντισυμβαλλόμενος ή ο Εκκαθαριστής / ∆ιακανονιστής κλείνουν τη θέση του Πελάτη / πωλητή, ο οποίος ευθύνεται για την εκπλήρωση όλων των τυχόν πρόσθετων υποχρεώσεων του από την εκκαθάριση των συναλλαγών αυτών. Περαιτέρω, ο πωλητής είναι εκτεθειμένος στον κίνδυνο άσκησης του δικαιώματος από τον αγοραστή. Ο κίνδυνος ζημίας του πωλητή δικαιώματος μπορεί να είναι απεριόριστος, αν δεν έχει διενεργήσει πράξεις για την αντιστάθμιση και κάλυψή του.

iii) short selling (ανοιχτή πώληση)

Σε περίπτωση πώλησης χρηματοπιστωτικών μέσων που ο Πελάτης δεν διαθέτει και υποχρεούται να έχει στη διάθεσή του κατά την ημέρα διακανονισμού της συναλλαγής (π.χ. προθεσμιακή πώληση), προς παράδοση, ο κίνδυνος του Πελάτη είναι απεριόριστος. Τούτο μπορεί, ενδεικτικώς, να συμβεί σε περίπτωση ανόδου της τιμής του χρηματοπιστωτικού μέσου, οπότε ο Πελάτης εκτίθεται σε σημαντικό κίνδυνο, αφού υποχρεούται να αγοράσει τα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα που οφείλει να παραδώσει στην οποιαδήποτε τιμή έχει διαμορφωθεί κατά τον χρόνο οφειλόμενης παράδοσης.

(β) Συνθήκες της αγοράς παραγώγων (market risks)

Οι οικονομικές συνθήκες της αγοράς παραγώγων (π.χ. ύπαρξη ή έλλειψη ρευστότητας) και οι κανόνες λειτουργίας της αγοράς αυτής (π.χ. δικλείδες ασφαλείας της ομαλής λειτουργίας: προσωρινή διακοπή συνεδριάσεων, αναστολή διαπραγμάτευσης παραγώγου, διαγραφή παραγώγου) ενδέχεται να δυσχεραίνουν ή να καθιστούν αδύνατη την διενέργεια αποτελεσματικών συναλλαγών επί παραγώγων αυξάνοντας τον κίνδυνο απώλειας του επενδεδυμένου κεφαλαίου.

(γ) Απόκλιση της αγοράς παραγώγων από την αγορά υποκείμενων αξιών

Οι τιμές παραγώγων χρηματοπιστωτικών μέσων δεν αντιστοιχούν αναγκαία στις τιμές των υποκειμένων αξιών. Η απόκλιση μπορεί να οφείλεται στις συνθήκες (π.χ. ζήτηση) ή στους κανόνες λειτουργίας (π.χ. όριο τιμών) της αγοράς των παραγώγων ή της αγοράς των υποκειμένων αξιών.

(δ) Κίνδυνος ατελούς αντιστάθμισης του κινδύνου

Ο κίνδυνος αυτός συντρέχει όταν ο Πελάτης με την διενέργεια συναλλαγών σε παράγωγα στοχεύει στην αντιστάθμιση του κινδύνου από συναλλαγές στην υποκείμενη αξία, η θέση όμως στα παράγωγα συσχετίζεται ατελώς με τις θέσεις στην υποκείμενη αξία (π.χ. σε περίπτωση Συμβολαίου Μελλοντικής Εκπλήρωσης στον FTSE ο Πελάτης δεν έχει θέσεις σε όλες τις μετοχές που συνθέτουν τον FTSE και με την αναλογία συμμετοχής τους σε αυτόν).

(ε) ∆έσμευση μετρητών ή κινητών αξιών (cash or property deposit risk)

Η δέσμευση μετρητών ή κινητών αξιών ενδέχεται να ενέχει πιστωτικό κίνδυνο σε περίπτωση που ο θεματοφύλακας δεν εκπληρώσει πλήρως τις υποχρεώσεις του είτε μόλις αυτές καταστούν ληξιπρόθεσμες είτε μεταγενέστερα.

(στ) ∆ικαιϊκός κίνδυνος (legal risk) συμπεριλαμβανομένου του κινδύνου από τροποποίηση διατάξεων

Πέραν όσων εκτέθηκαν ανωτέρω υπό ΙΙ. 10., υπογραμμίζεται ότι η εκπλήρωση απαιτήσεων και η ικανοποίηση δικαιωμάτων του Πελάτη επί συμβάσεων σε παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα εξαρτάται και από τους κανόνες δικαίου που ισχύουν στο Σύστημα Πληρωμών και Εκκαθάρισης/∆ιακανονισμού Συναλλαγών της αγοράς όπου διενεργούνται οι συναλλαγές επί παραγώγων και από τους οποίους κανόνες εξαρτώνται απαιτήσεις και δικαιώματα του Πελάτη, κυρίως σε περίπτωση αφερεγγυότητας μέλους των παραπάνω συστημάτων. Επισημαίνεται ότι η αλλοδαπή νομοθεσία, ιδίως κρατών που δεν είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που διέπει συναλλαγές επί παραγώγων, μπορεί να προσφέρει ασθενέστερη προστασία στον Πελάτη από αυτήν που προσφέρει το ελληνικό δίκαιο και το δίκαιο των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Περαιτέρω, τυχόν τροποποίηση κανόνων που διέπουν τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών σε αγορά παραγώγων χρηματοπιστωτικών μέσων (π.χ. προϋποθέσεις διενέργειας συναλλαγών, όροι και διαδικασία εκκαθάρισης και διακανονισμού των συναλλαγών, αύξηση περιθωρίου ασφαλείας) είναι δυνατόν να επηρεάσει τα συμφέροντα του Πελάτη. Οι ανωτέρω παράγοντες είναι πιθανό να εκθέσουν το επενδυόμενο κεφάλαιο του Πελάτη σε πρόσθετους κινδύνους.

(ζ) Συναλλαγματικός κίνδυνος (currency risk)

Πέραν όσων εκτέθηκαν ανωτέρω υπό ΙΙ. 4., υπογραμμίζεται ότι το κέρδος ή η ζημία που προέρχεται από συναλλαγές σε παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα αποτιμώμενα σε συνάλλαγμα (ανεξαρτήτως του αν αυτά αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην εγχώρια ή σε αλλοδαπή αγορά) θα επηρεάζεται από τις μεταβολές στις ισοτιμίες όταν υπάρχει ανάγκη μετατροπής της αξίας του παραγώγου από ένα νόμισμα σε κάποιο άλλο και ειδικότερα στο νόμισμα στο οποίο αποτιμάται η περιουσία του Πελάτη.

(η) Κίνδυνος κόστους ανεύρεσης ή και αντικατάστασης χρηματοπιστωτικών μέσων (replacement cost risk)

Ο κίνδυνος αυτός συντρέχει στην περίπτωση που ο αντισυμβαλλόμενος του Πελάτη δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του. Στην περίπτωση αυτή, ο Πελάτης θα είναι υποχρεωμένος να ανοίξει νέα θέση στην τιμή που θα έχει διαμορφωθεί στην σχετική αγορά (replacement value), στην οποία τιμή θα προστεθεί ποσό εξαρτώμενο από το χρόνο που απομένει μέχρι την λήξη του παραγώγου (add-on).

(θ) Γενικοί κίνδυνοι

Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να συνεκτιμώνται και οι ανωτέρω υπό ΙΙ εκτεθέντες γενικοί κίνδυνοι.

(ι) Κίνδυνοι Συνδεόμενοι ειδικά για τα Παράγωγα επί Εμπορευμάτων

Τα παραγωγα παράγωγα επι εμπορευματων εμπορευμάτων εχουν έχουν ιδιαιτερα ιδιαίτερα τεχνικα τεχνικά χαρακτηριστικαχαρακτηριστικά, οι δε συναλλαγες συναλλαγές επ’ αυτων αυτών ενεχουν ενέχουν αυξημενους αυξημένους κινδυνους κινδύνους μειωσεως μειώσεως ή απωλειας απώλειας του αρχικως αρχικώς επενδεδυμενου επενδεδυμένου κεφαλαιου κεφαλαίου η και πολλαπλασιου πολλαπλάσιου αυτουαυτού. Ο πελατης πελάτης αναγνωριζει αναγνωρίζει όοτι οι συναλλαγες συναλλαγές σε παραγωγα παράγωγα επι εμπορευματων εμπορευμάτων ειναι καταλληλες κατάλληλες μονο για ορισμενες ορισμένες κατηγοριες κατηγορίες επενδυτων επενδυτών οι οποιοι οποίοι διαθετουν διαθέτουν αναλογη ανάλογη εμπειρια εμπειρία και αντιλαμβανονται αντιλαμβάνονται πληρως πλήρως την λειτουργίια των μέεσων αυτων αυτών καθωώς και των αναλαμβανοόμενων κάαθε φοράα κινδυύνων. Ο πελατης δηλωνει οτι καθε μια και ολες οι συναλλαγες του σε παραγωγα επι εμπορευματων θα διενεργηθουν με δικη του ευθυνη.

Ο Πελάτης δηλώνει και βεβαιώνει την Εταιρία ότι, πέραν των ανωτέρω αναφερομένων κινδύνων των συναλλαγών επί παραγώγων Χρηματοπιστωτικών Μέσων, έχει λάβει γνώση και αποδέχεται τους ακόλουθους επιπρόσθετους κινδύνους που ενέχουν οι συναλλαγές επί παραγώγων σε εμπορεύματα:

(i) Κίνδυνοι συνδεόμενοι με το επενδυτικό προϊόν (Product Risk)

- Οι συναλλαγές σε παράγωγα επί εμπορευμάτων ενέχουν υψηλό βαθμό κινδύνου, απόρροια του φαινομένου της μόχλευσης (leverage, gearing). Δεδομένου του ότι η αξία του απαιτούμενου περιθωρίου ασφάλισης για το άνοιγμα μίας θέσης υπολείπεται κατά πολύ της συνολικής αξίας του σχετικώς καταρτιζόμενου συμβολαίου, μία μικρή σε μέγεθος μεταβολή της αξίας του συμβολαίου θα προκαλέσει μία αναλογικά πολύ μεγαλύτερη μεταβολή στο κεφάλαιο που έχει επενδυθεί ή θα απαιτηθεί να επενδυθεί για την διατήρηση της θέσης.

- Οι διακυμάνσεις των τιμών των παραγώγων επί εμπόρευμάτων είναι κατά κανόνα αρκετά μεγαλύτερες από τις συνήθεις διακυμάνσεις των τιμών των λοιπών χρηματοπιστωτικών μέσων. Επιπλέον, οι τιμές των παραγώγων επί εμπορευμάτων επηρεάζονται και καθορίζονται από πλήθος αστάθμητων παραγόντων όπως, ενδεικτικά και όχι περιοριστικά: προσφορά και ζήτηση, καιρικές συνθήκες, κυβερνητικές πολιτικές σχετικά με το εμπόριο και την γεωργία, μεταβολές επιτοκίων, ειδικοί γεωπολιτικοί κίνδυνοι, τιμές πληθωρισμού, υποτιμήσεις ή ανατιμήσεις νομισμάτων κ.α .

Εφίσταται η προσοχή του Πελάτη στις επιπτώσεις των προαναφερθέντων παραγόντων σε σχέση με περιοχές / χώρες όπου εντοπίζονται μεγάλες παραγωγές των εμπορευμάτων που συνιστούν την υποκείμενη αξία των σχετικών παραγώγων.

(ii) Κίνδυνοι συνδεόμενοι με τις αγορές (Market Risk)

Οι οικονομικές συνθήκες της εκάστοτε αγοράς παραγώγων επί εμπορευμάτων (π,χ, ύπαρξη ή έλλειψη ρευστότητας) και οι κανόνες λειτουργίας της (π.χ. ύπαρξη και αυστηρότητα θεσμικού πλαισίου και εποπτείας της αγοράς, δικλείδες ασφαλείας της ομαλής λειτουργίας της, προσωρινή διακοπή συνεδριάσεων, αναστολή διαπραγμάτευσης παραγώγου, διαγραφή παραγώγου) επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό την επικινδυνότητα των διενεργουμένων συναλλαγών. Για παράδειγμα, σε αγορές με έλλειψη ρευστότητας ή/και σε χαλαρά ή καθόλου ρυθμισμένο και εποπτευόμενο θεσμικό περιβάλλον, η διενέργεια αποτελεσματικών συναλλαγών ενδέχεται να είναι δυσχερής ή και αδύνατη, αυξάνοντας τον κίνδυνο μειώσεως ή και συνολικής απώλειας του επενδεδυμένου κεφαλαίου.

(iii) Κίνδυνοι συνδεόμενοι με την απόκλιση μεταξύ των τιμών των παραγώγων επί εμπορευμάτων και των αντίστοιχων τιμών τοις μετρητοίς

Οι τιμές των παραγώγων επί εμπορευμάτων μπορεί να αποκλίνουν σημαντικά από τις τιμές μετρητοίς των εμπορευμάτων που αποτελούν τις αντίστοιχες υποκείμενες αξίες. Επιπλέον η τιμή του ίδιου εμπορεύματος μεταξύ διαφορετικών ημερομηνιών παράδοσης μπορεί να παρουσιάσει σημαντικές διακυμάνσεις, οι οποίες δεν συμβαδίζουν απαραίτητα με τις αντίστοιχες διακυμάνσεις της τιμής των αντίστοιχων παραγώγων. Ανάλογα με τις συνθήκες των αγορών, οι τιμές των παραγώγων επί εμπορευμάτων μπορεί να είναι υψηλότερες ή χαμηλότερες από τις αντίστοιχες τιμές τοις μετρητοίς.

(iv) Κίνδυνοι συνδεόμενοι με τον τρόπο εκκαθάρισης (φυσική παράδοση) στη λήξη των παραγώγων επί εμπορευμάτων

Τα παράγωγα επί εμπορευμάτων εκκαθαρίζονται στη λήξη τους με φυσική παράδοση συγκεκριμένης, ποσότητας του αγαθού (εμπορεύματος) που αποτελεί την υποκείμενη του παραγώγου αξία. Η ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΕΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΦΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΛΗΞΗ ΤΩΝ ΟΙΚΕΙΩΝ ΣΥΜΒΟΛΑΙΩΝ (ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ) ΚΑΙ ΔΕΝ ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΤΗΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΤΕΤΟΙΟΥ ΕΙΔΟΥΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ.

4. Εναλλακτικά Επενδυτικά Κεφάλαια

Τα Εναλλακτικά Επενδυτικά Κεφάλαια επιδιώκουν την επίτευξη απόλυτης θετικής απόδοσης της επένδυσης, ανεξάρτητα από ή με μικρή ευαισθησία στην κατεύθυνση των αγορών, μέσω ιδιαίτερα σύνθετων και κινδυνωδών επενδυτικών στρατηγικών που αποσκοπούν στην εκμετάλλευση της σχέσης απόδοσης και κινδύνου. Οι επενδύσεις αυτές αφορούν την χρήση arbitrage ή/και παραγώγων προϊόντων για κερδοσκοπικούς λόγους και όχι για λόγους αντιστάθμισης κινδύνου, την διενέργεια ανοιχτών πωλήσεων (short selling) και την μόχλευση των υπό διαχείριση κεφαλαίων μέσω δανεισμού. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα αυξημένο επίπεδο κινδύνου, ειδικότερη στης εξής κατηγορίες:

• Κίνδυνος μόχλευσης: Λόγω της μόχλευσης ακόμη και μικρές μεταβολές στις αγορές μπορεί να μεγεθύνουν σημαντικά τα κέρδη ή τις απώλειες κεφαλαίου για τον επενδυτή.

• Κίνδυνος Ρευστότητας: Τα Εναλλακτικά Επενδυτικά Κεφάλαια παρέχουν περιορισμένη δυνατότητα ρευστοποίησης της επένδυσης σε μηνιαία, τριμηνιαία ή ακόμη και ετήσια βάση, συνεπώς η περίοδος "υποχρεωτικής διακράτησης" για τον επενδυτή διαμορφώνεται ανάλογα. Επιπλέον μπορεί να περιλαμβάνουν επενδυσείς οι οποίες είτε είναι δύσκολο να ρευστοποιηθούν είτε είναι δύσκολο να αποτιμηθούν.

• Κίνδυνος Μειωμένης Εποπτείας: Η έδρα (legal domicile) των Εναλλακτικών Επενδυτικών Κεφαλαίων είναι συνήθως σε υπεράκτιες δικαιοδοσίες (offshore) όπου τα συστήματα εποπτείας της αγοράς ενδέχεται να παρέχουν μειωμένη προστασία στον επενδυτή.

• Συγκέντρωση Κινδύνου: Τα Εναλλακτικά Επενδυτικά Κεφάλαια ενεργούν επενδυτικά χωρίς περιορισμούς ως προς τις κατηγορίες επένδυσης, τις επενδυτικές αγορές και τις μεθόδους επένδυσης. Ως αποτέλεσμα μπορεί να ακολουθούν εξειδικευμένες στρατηγικές με συγκέντρωση των επενδύσεων σε συγκεκριμένες κατηγορίες, κλάδους ή γεωγραφικές περιοχές.

5. Αμοιβαία κεφάλαια

Α. Έννοια

Το αμοιβαίο κεφάλαιο είναι ομάδα περιουσίας, αποτελούμενη από χρηματοπιστωτικά μέσα, τα οποία ποικίλουν αναλόγως του τύπου του αμοιβαίου κεφαλαίου. Η οικονομική σημασία του αμοιβαίου κεφαλαίου βασίζεται στην αρχή της κατανομής των κινδύνων, κατά τρόπο που να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος που συνεπάγεται κάθε φορά η επένδυση, και εξαρτάται κάθε φορά από τον τύπο του αμοιβαίου κεφαλαίου και επιβάλλεται από το νόμο τυχόν διαφοροποίηση ως προς τη σύνθεση του ενεργητικού του. Το αμοιβαίο κεφάλαιο διαιρείται σε μερίδια για τα οποία μπορεί να εκδίδεται τίτλος. Οι επενδυτές των αμοιβαίων κεφαλαίων καλούνται μεριδιούχοι. Κάθε μεριδιούχος με τη συμμετοχή του στο αμοιβαίο κεφάλαιο αποκτά εμπράγματο δικαίωμα στα κατ΄ ιδίαν στοιχεία του ενεργητικού του αμοιβαίου κεφαλαίου (εξ αδιαιρέτου δικαίωμα) και ειδικά δικαιώματα που γεννώνται από τη συμμετοχή του στο αμοιβαίο κεφάλαιο και κατά περίπτωση παρέχει ο εφαρμοστέος νόμος ή η σύμβαση απόκτησης μεριδίων (π.χ. δικαίωμα πληροφόρησης, δικαίωμα συμμετοχής στο προϊόν εκκαθάρισης του αμοιβαίου κεφαλαίου κλπ.). Τα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων μπορεί να αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε οργανωμένη αγορά. Η επένδυση σε αμοιβαία κεφάλαια γενικά έχει μακροπρόθεσμο ορίζοντα, διότι αν κάποιος μείνει για μικρό χρονικό διάστημα στο αμοιβαίο κεφάλαιο είναι πιθανό λόγω των προμηθειών διάθεσης και εξαγοράς να λάβει ποσό μικρότερο από αυτό της αρχικής του επένδυσης, ανεξαρτήτως της πορείας των αγορών.

Β. Κίνδυνοι

Η επένδυση σε αμοιβαία κεφάλαια ενδέχεται να περιλαμβάνει τους κινδύνους που παρατίθενται στη συνέχεια ενδεικτικώς:

(α) Κίνδυνος απώλειας κεφαλαίου: Η αξία μεριδίου του αμοιβαίου κεφαλαίου εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από την αξία των χρηματοπιστωτικών μέσων που συνθέτουν το ενεργητικό του αμοιβαίου κεφαλαίου. Περαιτέρω, όταν είναι εισηγμένο σε οργανωμένη αγορά η χρηματιστηριακή του τιμή μπορεί να μην αντικατοπτρίζει την πραγματική του αξία. ∆ημιουργείται έτσι κίνδυνος απώλειας μέρους ή και - υπό περιστάσεις - του συνόλου του κεφαλαίου που έχει επενδυθεί.

(β) Κίνδυνος αγοράς: Υπάρχουν περιπτώσεις που η διαπραγμάτευση των μεριδίων στην οργανωμένη αγορά μπορεί να ανασταλεί ή να διακοπεί (π.χ. λόγω έντονων διακυμάνσεων της τιμής για λόγους προστασίας του επενδυτικού κοινού και της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς, λόγω γεγονότων ανωτέρας βίας κλπ., λόγω των οριζομένων στους κανόνες λειτουργίας της οικείας αγοράς). Επίσης είναι δυνατόν, υπό προϋποθέσεις, να διαγραφεί το σύνολο των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων κατόπιν απόφασης του διαχειριστή της οικείας αγοράς ή της εποπτεύουσας αρχής της αγοράς ή του αμοιβαίου κεφαλαίου.

(γ) Κίνδυνος ρευστότητας: Είναι δυνατόν να ανασταλεί με απόφαση του διαχειριστή του αμοιβαίου κεφαλαίου η εξαγορά μεριδίων για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η ρευστοποίηση των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων την εν λόγω περίοδο.

(δ) Λοιποί κίνδυνοι: Η αξία των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων εξαρτάται και από άλλους παράγοντες, όπως ενδεικτικώς από τυχόν αδυναμία ομαλού διακανονισμού συναλλαγών επί χρηματοπιστωτικών μέσων, τυχόν αδυναμία εκδότη χρηματοπιστωτικών μέσων που περιλαμβάνονται στο ενεργητικό του αμοιβαίου κεφαλαίου να εκπληρώσει οικονομικές του υποχρεώσεις (π.χ. πληρωμή μερίσματος), τυχόν αδυναμία ρευστοποίησης στοιχείων του ενεργητικού ιδίως σε περιπτώσεις περιορισμένης διασποράς, τυχόν αφερεγγυότητα του θεματοφύλακα του αμοιβαίου κεφαλαίου, οπότε η αξία του ενεργητικού του αμοιβαίου κεφαλαίου μειώνεται. Τονίζεται ότι, σε κάθε περίπτωση επένδυσης σε αμοιβαία κεφάλαια πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι γενικοί επενδυτικοί κίνδυνοι που αναλύονται ανωτέρω υπό ΙΙ.

Γ. Γενική επισήμανση

Συνιστάται στον Πελάτη όπως αυτός, πριν από τη διενέργεια οιασδήποτε συναλλαγής επί αμοιβαίων κεφαλαίων: α) μελετήσει το ενημερωτικό δελτίο που εκδίδει ο διαχειριστής του, β) εξετάσει το νομικό καθεστώς που τα διέπει, ιδίως ως προς τις υποχρεώσεις διασποράς του ενεργητικού και γ) αναζητήσει τυχόν δημοσιεύσεις / ανακοινώσεις σημαντικών γεγονότων, στις οποίες έχει προβεί η εκδότρια εταιρία, κυρίως μέσω του διαδικτυακού τόπου της οργανωμένης αγοράς στην οποία τα μερίδια έχουν τυχόν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση.

6. ∆ομημένα προϊόντα

Α. Έννοια

∆ομημένα προϊόντα είναι, σύμφωνα με το άρθρο 1 αρ. 10 της υπ' αριθ. 1/459/27.12.2007 απόφασης του ∆ιοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς τα προϊόντα, τα οποία έχουν σύνθετες χρηματορροές, οι οποίες βασίζονται σε ένα ή περισσότερους δείκτες ή έχουν ενσωματωμένες προθεσμιακές συμφωνίες, δικαιώματα προαίρεσης ή χρεώγραφα, όπου η απόδοση για τον επενδυτή και οι υποχρεώσεις του εκδότη εξαρτώνται ή είναι ευαίσθητες σε μεταβολές των υποκείμενων μέσων. Στον ορισμό αυτό περιλαμβάνονται όλοι οι τίτλοι οι οποίοι συνδέονται με επιτόκια (Intrerest Rate Related Notes, Bond Linked Notes), μετοχές ή δείκτες επί μετοχών (Equity Related Notes), συνάλλαγμα (Currency Related Notes), εμπορεύματα (Commodity Related Notes) και πιστωτικά μέσα (Credit Related Notes). Στον ορισμό αυτό δεν περιλαμβάνονται τα κλασικά χρηματοοικονομικά παράγωγα (Futures, Options, Swaps) και τα κλασικά πιστωτικά παράγωγα (Credit Linked Notes, Credit Default Swaps, Total Return Swaps).

Τα δομημένα προϊόντα δημιουργούνται για να καλύψουν ειδικές ανάγκες, που δεν μπορούν να καλυφθούν από τα γνωστά τυποποιημένα χρηματοπιστωτικά μέσα, που διατίθενται στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου. Απευθύνονται σε πελάτες που επιθυμούν μεγαλύτερες αποδόσεις με ανάληψη μεγαλύτερων κινδύνων. Χρησιμοποιούνται ως μέσο μείωσης του κινδύνου διασποράς ενός υπό διαχείριση χαρτοφυλακίου, ως εναλλακτικός τρόπος επένδυσης, ως τρόπος μείωσης του κόστους δανεισμού από επιχειρήσεις, προς το σκοπό αποφυγής φορολογικών επιβαρύνσεων κλπ. Για τη δομή τους ακολουθείται κάθε φορά συγκεκριμένη επενδυτική στρατηγική, η οποία βασίζεται στη μεθοδολογία της χρηματοοικονομικής μηχανικής, περιλαμβάνει ιδίως επενδύσεις σε παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα και μπορεί να συνδυάζεται με παροχή εγγύησης για το σύνολο ή μέρος του προς επένδυση προοριζόμενου κεφαλαίου εφόσον το προϊόν διακρατηθεί έως τη λήξη του. Τα προϊόντα αυτά συνήθως αποτελούν αντικείμενο έξω-χρηματιστηριακής συναλλαγής, εκτός αν πρόκειται για προϊόντα (ιδίως ομόλογα με ενσωματωμένες συμφωνίες σε παράγωγα) που έχουν εισαχθεί σε οργανωμένη αγορά και ο κίνδυνος των προϊόντων αυτών συναρτάται απόλυτα προς τον εκδότη τους, εκτός αν υπάρχει και εγγυητής, οπότε συναρτάται και προς τον εγγυητή. Αναλόγως της δομής τους μπορεί να επιτρέπεται η άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτά (π.χ. δικαίωμα εξαγοράς) μετά από προθεσμία ή υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Βασικά χαρακτηριστικά των δομημένων προϊόντων είναι:

α) η ονομαστική τους αξία, η οποία δεν ταυτίζεται απαραιτήτως με την τιμή διαπραγμάτευσης, ούτε με το ποσό που υποχρεούται να καταβάλει ο εκδότης κατά τη λήξη ή την εξαγορά του προϊόντος,

β) το επιτόκιο, το οποίο εξαρτάται από την τιμή ή την απόδοση μιας ή περισσότερων υποκείμενων αξιών,

γ) η περίοδος λήξεως,

δ) η έλλειψη ρευστότητας.

Στα δομημένα προϊόντα περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων:

(α) τα προϊόντα εγγυημένου κεφαλαίου (capital guarantee products), όπου ο εκδότης ή και ο εγγυητής εγγυώνται την πλήρη καταβολή του επενδυμένου κεφαλαίου με την προϋπόθεση ότι αυτό θα απαιτηθεί κατά τη λήξη του.

(β) τα δομημένα ομόλογα (structured bonds), όπου οι χρηματορροές εξαρτώνται από την εξέλιξη υποκείμενων δεικτών (π.χ. Euribor, Libor, Standar & Poor's 500, επιτόκιο ΕΚΤ), ισοτιμιών (π.χ. ευρώ - δολαρίου κλπ.) ή άλλων συνδυασμών χρηματοοικονομικής μηχανικής. Συνήθως, τα πρώτα χρόνια παρέχουν υψηλό επιτόκιο και στη συνέχεια η εξέλιξή του εξαρτάται από την απόδοση της υποκείμενης αξίας. Εκδίδονται και διατίθενται συνήθως κάτω από την ονομαστική τους αξία, ώστε να καλύψουν μέρος του κινδύνου που συνεπάγονται λόγω της χαμηλής ρευστότητας και της τυχόν αρνητικής εξέλιξης της υποκείμενης αξίας από την οποία εξαρτάται το επιτόκιο.

(γ) τα καλυμμένα ομόλογα (convertible bonds), όπου αντί του ονομαστικού κεφαλαίου του προϊόντος μπορεί να δοθούν κατά τη λήξη του προϊόντος άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα από τα οποία συνήθως εξαρτάται η τιμή του προϊόντος.

Β. Κίνδυνοι

Οι κίνδυνοι που συνεπάγεται η επένδυση σε σύνθετα χρηματοπιστωτικά μέσα είναι κυρίως οι ακόλουθοι:

(α) Κίνδυνοι αγοράς: Οι πληρωμές για την απόκτηση ή οι εισπράξεις από τη ρευστοποίηση δομημένου προϊόντος, εξαρτώνται από τη μεταβλητότητα των τιμών των υποκειμένων αξιών και τη διακύμανση των τιμών σε συγκεκριμένες οργανωμένες αγορές ή στην αγορά με την οποία σχετίζεται η κατάρτιση της συναλλαγής. Υφίσταται, επομένως, πιθανότητα σημαντικής ζημίας στις επενδύσεις δομημένων προϊόντων, εφόσον οι συνθήκες των αγορών κινηθούν δυσμενώς ως προς την επενδυτική θέση του Πελάτη και συνεπώς μπορεί το δομημένο προϊόν να ρευστοποιηθεί με ζημία. Περαιτέρω, επειδή οι τιμές και τα χαρακτηριστικά των εξωχρηματιστηριακών συναλλαγών αποτελούν συνήθως αντικείμενο ατομικών διαπραγματεύσεων και δεν υπάρχει κεντρική πηγή τιμών, υπάρχουν αδυναμίες ως προς τον καθορισμό «δίκαιης» τιμής στις συναλλαγές. Συνεπώς, δεν είναι βέβαιο ότι η τιμή απόκτησης ή ρευστοποίησης του δομημένου προϊόντος αποτελεί πάντοτε την καλύτερη διαθέσιμη τιμή.

(β) Κίνδυνος αντισυμβαλλομένου: Επί εξωχρηματιστηριακών συναλλαγών, οι υποχρεώσεις του εκδότη - αντισυμβαλλομένου δεν είναι βέβαιο ότι θα εκπληρωθούν, όπως όταν πρόκειται για τις υποχρεώσεις κεντρικών επιχειρήσεων εκκαθάρισης (π.χ. αυτές της ΕΧΑΕ ως προς τις αγορές αξιών ή παραγώγων του Χρηματιστηρίου Αθηνών). Όταν ο Πελάτης αποκτά εξωχρηματιστηριακώς ένα δομημένο προϊόν αναλαμβάνει τον πιστωτικό κίνδυνο του εκδότη του τίτλου.

(γ) Κίνδυνοι συνδεόμενοι με τις υποκείμενες αξίες: Όταν ένα προϊόν είναι «δομημένο» ή αποτελείται από περισσότερες υποκείμενες αξίες, υφίσταται κίνδυνος που συνδέεται με την κάθε αξία που συνθέτει το προϊόν, ο οποίος αξιολογείται χωριστά, καθώς και ο κίνδυνος του δομημένου προϊόντος που αξιολογείται στο σύνολό του.

Όταν οι αποδόσεις επί των δομημένων προϊόντων συνδέονται άμεσα ή έμμεσα (π.χ. μέσω δικαιωμάτων προαίρεσης) με μεταβολές της τιμής υποκείμενης αξίας, ο Πελάτης εκτίθεται στη μεταβλητότητα των τιμών της εν λόγω υποκείμενης αξίας και της αγοράς ή των αγορών, όπου αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης η υποκείμενη αξία. Η έκταση του κινδύνου μπορεί να είναι μεγαλύτερη αν η αγορά στην οποία αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης τα δομημένα προϊόντα διαφέρει από την αγορά στην οποία αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης η υποκείμενη αξία.

Οι όροι έκδοσης των δομημένων προϊόντων μπορεί να προβλέπουν ότι ο εκδότης μπορεί να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του με την παράδοση της υποκείμενης αξίας στον Πελάτη κατά τη λήξη του προϊόντος και όχι με την καταβολή του ονομαστικού κεφαλαίου. Εάν η υποκείμενη αξία είναι «καλάθι» μετοχών, οι μετοχές που θα παραδίδονται στον Πελάτη μπορεί να αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε αλλοδαπή οργανωμένη αγορά, με διαφορετικές ενδεχομένως διαδικασίες διακανονισμού και εκκαθάρισης, με διαφορετικά κόστη και έξοδα κλπ. Εφόσον ο Πελάτης παραλάβει ή διακρατήσει τις μετοχές, ενδέχεται να υπόκειται σε κανονιστικές απαιτήσεις και υποχρεώσεις γνωστοποίησης του κράτους, στο οποίο ο εκδότης κάθε μετοχής είναι εγκατεστημένος ή όπου αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης οι μετοχές. Ενδέχεται επίσης να υπάρχουν περιορισμοί σχετικά με τις συναλλαγές επί των μετοχών και την κατοχή αυτών. Εξάλλου, η διακράτηση μετοχών, που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε αλλοδαπή οργανωμένη αγορά, συνεπάγεται όλους τους κινδύνους που σχετίζονται με την επένδυση σε μετοχές στο συγκεκριμένο κράτος (π.χ. νομισματικοί κίνδυνοι, συναλλακτικοί κίνδυνοι, περιλαμβανομένης της αναστολής διαπραγμάτευσης κλπ.).

Οι επενδύσεις σε δομημένα προϊόντα υπόκεινται στους κινδύνους ισοτιμιών, καθώς μπορεί να μην έχουν εκδοθεί στο ίδιο νόμισμα με αυτό στο οποίο διενεργείται η διαπραγμάτευση και ο διακανονισμός της υποκείμενης αξίας, οπότε η απόδοση του προϊόντος εξαρτάται όχι μόνον από την τιμή της υποκείμενης αξίας αλλά και από την ισοτιμία μεταξύ των δύο νομισμάτων κατά τη λήξη των προϊόντων ή των υποκείμενων αξιών.

Εάν η υποκείμενη αξία είναι δείκτης μετοχών ή εμπορευμάτων, η τιμή του δομημένου προϊόντος μπορεί να μεταβληθεί εάν η μέθοδος υπολογισμού του δείκτη αλλάξει, ακόμα και αν η τιμή της υποκείμενης αξίας παραμένει ίδια.

(δ) Κίνδυνος ρευστότητας: Οι συναλλαγές με αντικείμενο δομημένα προϊόντα καταρτίζονται συνήθως εξωχρηματιστηριακά και για την κατάρτισή τους απαιτείται η συναίνεση και των δύο συμβαλλομένων (συνήθως εκδότη και Πελάτη). Θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη ότι, αναλόγως των όρων έκδοσης των προϊόντων, ο εκδότης μπορεί να μην υποχρεούται να εξαγοράσει το δομημένο προϊόν ή να μην υποχρεούται να το εξαγοράσει παρά μόνο μετά την πάροδο προθεσμίας κλπ. Έτσι, αναλόγως των περιστάσεων, μπορεί να είναι δύσκολο ή αδύνατον να πραγματοποιηθεί συναλλαγή με αντικείμενο δομημένο προϊόν ή να ρευστοποιηθεί το προϊόν σύμφωνα με τις εντολές του Πελάτη ή να επιτευχθεί δίκαιη τιμή ή να αξιολογηθεί ο βαθμός έκθεσης στους κινδύνους (π.χ. όταν η σχετική αγορά δεν έχει ρευστότητα όσον αφορά μία συναλλαγή, όταν υπάρχει αδυναμία λειτουργίας ηλεκτρονικών ή τηλεπικοινωνιακών συστημάτων ή έχει λάβει χώρα γεγονός που κατά κανόνα θεωρείται γεγονός «ανωτέρας βίας»). Στις περιπτώσεις αυτές η παροχή ειδικών εντολών (π.χ. εντολές “stop-loss” ή “stop-limit”), δεν περιορίζει απαραιτήτως τη ζημία, καθώς μπορεί να είναι αδύνατη η εκτέλεσή τους. ∆εν είναι δυνατή εξάλλου η παροχή εγγύησης ως προς την ύπαρξη αγοράς για τη ρευστοποίηση δομημένου προϊόντος οποτεδήποτε. Σημειώνεται ότι τυχόν αποτίμηση δομημένου προϊόντος από τον εκδότη δεν συνιστά δέσμευση αυτού να διενεργήσει συναλλαγή στο ύψος της αποτίμησης.

Ακόμη όμως και αν το δομημένο προϊόν έχει εισαχθεί σε οργανωμένη αγορά, ενδέχεται να μην λειτουργεί στην πραγματικότητα δευτερογενής αγορά για τα προϊόντα αυτά. Έτσι, ενδέχεται να μην είναι δυνατή η κατάρτιση συναλλαγής και τα δομημένα προϊόντα μπορεί να μην έχουν καμία αγοραστική αξία, οπότε θα πρέπει να διακρατηθούν μέχρι τη λήξη τους.

(ε) Φορολογικοί κίνδυνοι: Η φορολογική αντιμετώπιση του δομημένου προϊόντος μπορεί να διαφέρει από αυτήν των υποκείμενων αξιών. Αναλόγως της δομής του προϊόντος μπορεί να υφίστανται επιπτώσεις στον τρόπο φορολόγησης (π.χ. ως προς το φόρο εισοδήματος, τους φόρους συναλλαγών όπως ΦΠΑ και χαρτόσημου κλπ.) Οι φορολογικές επιπτώσεις ενδέχεται να εξαρτώνται και από τη φύση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του Πελάτη και τις εκάστοτε συναλλαγές που πραγματοποιεί.

Γ. Γενική επισήμανση

Συνιστάται στον Πελάτη όπως αυτός, πριν από τη διενέργεια οιασδήποτε συναλλαγής επί δομημένου προϊόντος: α) μελετήσει και κατανοήσει τους συμβατικούς όρους διάθεσης του προϊόντος, καθώς και το τυχόν υπάρχον ενημερωτικό δελτίο που έχει εκδοθεί ως προς το προϊόν στο οποίο ο Πελάτης πρόκειται να διενεργήσει την επένδυση και β) αναζητήσει τυχόν δημοσιεύσεις / ανακοινώσεις σημαντικών γεγονότων, στις οποίες έχει προβεί ο εκδότης προς έκτακτη ενημέρωση του επενδυτικού κοινού, κυρίως μέσω του διαδικτυακού τόπου του ίδιου του εκδότη.

 

(αρχή σελίδας)

IV. Κίνδυνοι συνδεόμενοι με τις κατ' ιδίαν επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες

Έννοια των επενδυτικών και παρεπομένων υπηρεσιών

Α. Στο άρθρο 4 του ν. 3606/2007 περιέχονται ορισμοί των επενδυτικών και παρεπομένων υπηρεσιών. Ακολούθως παρατίθενται εκ των ορισμών αυτών εκείνοι που αφορούν την ΑΕΠΕΥ στις σχέσεις της με τους ιδιώτες πελάτες της.

(α) Λήψη και διαβίβαση εντολών: Συνίσταται στη λήψη και διαβίβαση εντολών για λογαριασμό πελατών, για κατάρτιση συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα.

(β) Εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών: Συνίσταται στην κατάρτιση συμβάσεων αγοράς/απόκτησης ή πώλησης/διάθεσης ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών.

(γ) Η διαπραγμάτευση για ίδιο λογαριασμό: Συνίσταται στη διαπραγμάτευση από ΕΠΕΥ με κεφάλαιά της ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων προς κατάρτιση συναλλαγών επ' αυτών.

(δ) Η διαχείριση χαρτοφυλακίων: Συνίσταται στη διαχείριση, κατά τη διακριτική ευχέρεια της ΕΠΕΥ, χαρτοφυλακίων πελατών, στο πλαίσιο εντολής τους, που περιλαμβάνουν ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα.

(ε) Η φύλαξη και διοικητική διαχείριση χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών, περιλαμβανομένης της παροχής υπηρεσιών θεματοφύλακα και παροχής συναφών υπηρεσιών όπως η διαχείριση χρηματικών διαθεσίμων ή παρεχόμενων ασφαλειών.

(στ) Η παροχή πιστώσεων ή δανείων σε επενδυτή προς διενέργεια συναλλαγής σε ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα, στην οποία μεσολαβεί η ΕΠΕΥ, η οποία παρέχει την πίστωση ή το δάνειο. Η αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων με πίστωση του τιμήματος ενέχει αυξημένους κινδύνους μειώσεως ή απώλειας του αρχικώς επενδυθέντος κεφαλαίου, καθώς με την παρεχόμενη πίστωση ο Πελάτης επενδύει χρηματικά ποσά που υπερβαίνουν τα κεφάλαια που ο ίδιος καταβάλλει μέσω της ΑΕΠΕΥ. Επίσης, μπορεί να ζητηθεί από τον Πελάτη εκτάκτως και η καταβολή προσθέτων ποσών για ασφάλεια (margin call) και αν δεν διαθέτει ο Πελάτης το ποσό αυτό θα καταστεί αναγκαία η ρευστοποίηση θέσεων του. Εκτίθεται, επομένως, σε μεγαλύτερο κίνδυνο από εκείνον στον οποίο θα εξετίθετο αν αγόραζε χρηματοπιστωτικά μέσα χωρίς πίστωση. Οι κίνδυνοι αυτοί μπορεί να εντοπίζονται, μεταξύ άλλων, ενδεικτικώς, στις μεταβολές των συνθηκών της αγοράς, στον πιστωτικό κίνδυνο των αντισυμβαλλομένων, στον κίνδυνο ρευστότητας στη χρηματιστηριακή αγορά κλπ. Εφιστάται, επομένως, η προσοχή του Πελάτη στην ανάγκη να διαθέτει επαρκή εμπειρία και να αντιλαμβάνεται τη λειτουργία της αγοράς χρηματοπιστωτικών μέσων με πίστωση, καθώς και το περιεχόμενο των αναλαμβανόμενων κάθε φορά κινδύνων, προκειμένου να λαμβάνει πιστώσεις προς διενέργεια συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα.

(ζ)Η παροχή συμβουλών σε επιχειρήσεις σχετικά με τη διάρθρωση του κεφαλαίου τους, τη διαμόρφωση της επιχειρηματικής τους στρατηγικής καθώς και η παροχή συμβουλών στους τομείς συγχωνεύσεως και εξαγοράς επιχειρήσεων.

(η)Η παροχή υπηρεσιών ξένου συναλλάγματος εφόσον συνδέονται με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών.

(θ)Η παροχή υπηρεσιών συνδεόμενων με την αναδοχή.

(ι) Η έρευνα στον τομέα των επενδύσεων και χρηματοοικονομική ανάλυση ή άλλες μορφές γενικών συστάσεων που σχετίζονται με συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα. Συνίσταται ιδίως στην έρευνα ή παροχή πληροφορίας που συνεπάγεται επενδυτική στρατηγική σχετική με χρηματοπιστωτικό μέσο ή εκδότη χρηματοπιστωτικού μέσου περιλαμβανομένης οποιασδήποτε γνώμης σχετικά με την παρούσα ή μελλοντική αξία ή τιμή και παρουσιάζεται ως αντικειμενική ή ανεξάρτητη επεξήγηση των θεμάτων που περιλαμβάνονται σε αυτή. ∆ιακρίνεται από την παροχή προσωπικής συμβουλής σε Πελάτη, καθόσον δεν είναι εξατομικευμένη.

Β. Κατά την παροχή των υπηρεσιών αυτών ανακύπτουν, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο, κατά περίσταση, βαθμό οι Γενικοί Επενδυτικοί Κίνδυνοι που παρατίθενται ανωτέρω.

Γ. Η ΑΕΠΕΥ παρέχει εξατομικευμένες επενδυτικές συμβουλές αποκλειστικά προς τους πελάτες της με τους οποίους έχει συναφθεί σχετική σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών. Επομένως, οι έρευνες στον τομέα των επενδύσεων, οι διαφημιστικές ανακοινώσεις, οι παρουσιάσεις εισηγμένων εταιριών, οι απόψεις τη αγοράς, γενική συμβουλή ή εκτίμηση, οι προβλέψεις, τα σύντομα σημειώματα (flash notes), οποιεσδήποτε προτάσεις για συναλλαγή, ή έρευνα που τυχόν παρουσιάζει, είτε προφορικά είτε γραπτά, το Τμήμα Ανάλυσης της ΑΕΠΕΥ ή πιστοποιημένα της στελέχη για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, δεν θα βασίζεται σε εκτίμηση της προσωπικής κατάστασης του Πελάτη και επομένως δεν πρέπει να βασίζεται σε αυτή σαν να αποτελούσε εκτίμηση της καταλληλότητας του για κάποια συγκεκριμένη συναλλαγή.

V. Ενημέρωση του Πελάτη σε σχέση με τους επενδυτικούς κινδύνους επί συναλλαγών σε Αναδυόμενες Αγορές και Αγορές Χαμηλής Εμπορευσιμότητας

Υπό τον όρο «αναδυόμενες» νοούνται οι αγορές αναπτυσσομένων χωρών, οι οποίες συνήθως βρίσκονται σε πορεία αναδιαρθρώσεως της εθνικής τους οικονομίας με όρους αγοράς και ελεύθερου ανταγωνισμού. Τέτοιου είδους αγορές αποτελούν, μεταξύ άλλων, η Κίνα, η Ινδία, η Ινδονησία, η Ρωσία, οι χώρες της Βαλκανικής (Βουλγαρία, Ρουμανία κτλ.) και της πρώην Ανατολικής Ευρώπης. Υπό τον όρο αγορές χαμηλής εμπορευσιμότητας («ρηχές αγορές») νοούνται οι αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, στις οποίες η προσφορά και η ζήτηση είναι περιορισμένες, με αποτέλεσμα να πλήττεται η εμπορευσιμότητα των χρηματοπιστωτικών μέσων που αποτελούν αντικείμενο διαπραγματεύσεως σε αυτές (όπως επί παραδείγματι οι αναδυόμενες αγορές ή Πολυμερείς Μηχανισμοί Διαπραγμάτευσης ή αγορές όπως ή AIM, η PLUS και η Εναλλακτική Αγορά του Χρηματιστηρίου Αθηνών).

Μολονότι οι αναδυόμενες αγορές χαρακτηρίζονται από αναπτυξιακή δυναμική και προσδοκίες υψηλών αποδόσεων, εντούτοις εμφανίζουν υψηλή μεταβλητότητα με αποτέλεσμα οι επενδυτικοί κίνδυνοι που συνδέονται εν γένει με την αγορά κινητών αξιών (ιδίως δε ο κίνδυνος αγοράς, ο κίνδυνος εκκαθαρίσεως, ο συναλλαγματικός κίνδυνος, ο κίνδυνος ρευστότητας και ο πολιτικός κίνδυνος) να εμφανίζονται επαυξημένοι σε σχέση με τις θεωρούμενες ως «ανεπτυγμένες» αγορές. Ειδικότερα δε, ο συναλλαγματικός κίνδυνος μπορεί να αποβεί καταστροφικός για τις αποδόσεις των χαρτοφυλακίων καθώς η αντιστάθμισή του είναι πρακτικά αδύνατη (ανύπαρκτα προϊόντα, πολύ υψηλό κόστος κλπ). Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι η υποτίμηση των νομισμάτων της Ρωσίας και των χωρών της πρώην ανατολικής Ευρώπης κατά την περίοδο 2008-2009 έναντι του Ευρώ ξεπέρασε το 25%. Επιπλέον, στις παραπάνω αναφερόμενες αγορές ενδέχεται η προσφορά και ζήτηση στις διαπραγματευόμενες σε αυτές κινητές αξίες να είναι περιορισμένη, με συνέπεια οι τελευταίες να μην είναι ευκόλως ρευστοποιήσιμες. Επίσης ενδέχεται οι εν λόγω κινητές αξίες να έχουν πιο ελαστικές προϋποθέσεις εισαγωγής και διαφάνειας σε σχέση με τις οργανωμένες αγορές. Αντίστοιχα ισχύουν και για τις αγορές χαμηλής εμπορευσιμότητας («ρηχές αγορές»), στις οποίες, πέραν των τυπικών κινδύνων που συνδέονται εν γένει με τις συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα, η περιορισμένη προσφορά και ζήτηση επί των κινητών αξιών που αποτελούν αντικείμενο διαπραγματεύσεως σε αυτές ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά τη δυνατότητα ρευστοποιήσεως των κατεχομένων κινητών αξιών από τον επενδυτή, με κίνδυνο ο τελευταίος να «εγκλωβιστεί» στη συγκεκριμένη επενδυτική του θέση.

Τα ανωτέρω χαρακτηριστικά των αναδυομένων αγορών και των αγορών χαμηλής εμπορευσιμότητας συνεπάγονται για τον Πελάτη αυξημένο κίνδυνο απώλειας του επενδυμένου στις αγορές αυτές κεφαλαίου του.

 

(αρχή σελίδας)

 




    Επαναφορά Αρχική | Επικοινωνία